Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!! (10)







                     10
                        «Μαντουμπάλα» 
  
 
        Περασμένες δώδεκα, ο Γιάννης δεν έλεγε ν’ αφήσει τα φιλιά της αγαπημένης του Αλεξάνδρας,

-     Αργήσαμε και στο σπίτι θα ανησυχούν, πρέπει να πάμε γρήγορα, του είπε κάποια στιγμή η Αλεξάνδρα κοιτάζοντας το ρολόι του, αφού εκείνη δεν φορούσε. 
-     Αργήσαμε; Πληθυντικός;
-     Απόψε θα μείνεις στο σπίτι μου, σε λίγες μέρες παντρευόμαστε, δεν είναι σωστό να πας στο ξενοδοχείο.

     Πέντε λεπτά διαδρομή, το καλωσόρισμα της μητέρας μα και της αδελφής της Αλεξάνδρας ήταν παραπάνω από χαρούμενο, μα κι’ ο Γιάννης έδειχνε να του αρέσει η όλη συμπεριφορά τους.
Επιτέλους, στο σπίτι της μέλλουσας γυναίκας του.

     Ήταν ένα μικρό και απλό σπίτι στην άκρη της νότιας πλευράς της πόλης, περιποιημένο και καθαρό.  
Ένα μικρό σαλονάκι με ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες στη μια του γωνιά κι’ ένα ντιβάνι στην άλλη.
Ένα υπνοδωμάτιο και μια κουζίνα. Αυτό ήταν το σπίτι της Αλεξάνδρας, μικρό μα ζεστό.
Ο Γιάννης κάθισε στην καρέκλα και άναψε ένα τσιγάρο.
-     Να ετοιμάσω κάτι να φάτε; Ρώτησε τον Γιάννη η μέλλουσα πεθερά του.
-     Όχι μην κάνετε τον κόπο, κάτι τσιμπήσαμε με την Αλεξάνδρα στο ταβερνάκι του κήπου.
-     Τότε να ετοιμάσω να κοιμηθείτε, σίγουρα θα είστε κουρασμένος από το ταξίδι και αύριο με το καλό τα λέμε.
-     Εντάξει όπως θέλετε, μήπως όμως θα έπρεπε να πάω στο ξενοδοχείο;
-     Μα τι λες τώρα Γιάννη, εδώ θα μείνεις απόψε, είπε η αδελφή της Αλεξάνδρας, εξ’ άλλου μεθαύριο δευτέρα θα πάτε για τις άδειες του γάμου, έτσι δεν είναι; …
-     Ναι έτσι είναι, μα από ότι βλέπω θα σας επιβαρύνω, εννοώ το χώρο.
-     Εσείς θα κοιμηθείτε στο δωμάτιο στο κρεβάτι, εγώ με την Αλεξάνδρα θα στρώσουμε κάτω στο δάπεδο και όλοι οι καλοί χωράνε, συμπλήρωσε η μητέρα, εντάξει;
-     Εντάξει…

     Ο Γιάννης παρατηρούσε την όλη διαδικασία, να στρώσουν δηλαδή στο δάπεδο για να κοιμηθούν και η αλήθεια ήταν πως δεν ένιωθε και άνετα, μήπως δεν έπρεπε να δεχτεί να μείνει και να κοιμηθεί στο σπίτι της Αλεξάνδρας; …

-     Γιάννη, πέρασε να ξαπλώσεις και σε λίγο θα έρθουμε και εμείς είπε η Αλεξάνδρα.
-     Εντάξει ευχαριστώ πολύ της είπε κοιτάζοντας την στα μάτια…  

     Άφησε τα ρούχα του πάνω στην καρέκλα, που μάλλον γι’ αυτό το σκοπό είχαν βάλει και σκεπάστηκε με το σεντόνι το γεμάτο με αγριολούλουδα.
Πέρασε λίγη ώρα και η Αλεξάνδρα με τη μητέρα της ξάπλωσαν κι’ εκείνες. Το φως έσβησε και τότε λες και το είχαν σχεδιάσει από πριν, λες και κάποια αόρατη δύναμη οδήγησε τα χέρια τους στο να ενωθούν. Ο Γιάννης δεν έλεγε να κοιμηθεί για να μη χάσει αυτή την ερωτική έστω και των χεριών επαφή, μέχρι που κουράστηκαν… για να τους χωρίσει προσωρινά ο μορφέας.

     Κυριακή πρωί, ο Γιάννης μαθημένος στο πρωινό ξύπνημα είχε ανοίξει τα μάτια του, οι πρώτες αχτίνες του ήλιου φάνηκαν ανάμεσα από τις κουρτίνες.
Η ματιά του έκανε το γύρω του δωματίου, όλα τα κάδρα που το στόλιζαν ήταν χειροποίητα, κεντήματα δηλαδή με πάνω από το κρεβάτι το ποιο καλαίσθητο,
«Καλημέρα σας» έλεγε…
Η μητέρα της Αλεξάνδρας σηκώθηκε από το (κρεβάτι) του δαπέδου και με γρήγορα βήματα έφυγε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
Η Αλεξάνδρα φαινόταν να κοιμόταν ακόμα, μα όχι, έδειχνε πως κοιμόταν, με μια γρήγορη κίνηση χώθηκε κάτω από το σεντόνι του Γιάννη σφιχταγκαλιάζοντας τον, που σίγουρα εκείνος δεν περίμενε αυτή της την κίνηση…

-     Αλεξάνδρα μου τρελάθηκες, η μητέρα σου τι θα πει αν μας δει αγκαλιά;
-     Στην κουζίνα είναι μην ανησυχείς, του απάντηση εκείνη.
Δέκα λεπτά ήταν αρκετά για χάδια και ερωτικά φιλιά…
Στο σαλονάκι το καλημέρα της μέλλουσας πεθεράς και κουνιάδας, ήταν η αρχή για συζήτηση γύρω από τον επικείμενο γάμο. Έπρεπε ένα σωρό δουλειές να προγραμματιστούν, μα αυτό μελλοντικά κάποια μέρα, ο γάμος προς το παρόν, κρυφός έπρεπε να μείνει από τον κόσμο, μόνο ελάχιστοι συγγενείς θα το ήξεραν και ο λόγος βέβαια ήταν πως η ενέργεια αυτή παράνομη ήταν για την υπηρεσία του Γιάννη.

     Η Κυριακή πέρασε όμορφα, οικογενειακά, η οικογένεια της Αλεξάνδρας ήταν χαρούμενη που όλα πήγαιναν καλά, το ίδιο και ο Γιάννης, αισθανόταν ζεστασιά, μια δεύτερη οικογένεια είχε αποκτήσει και ήταν υπέροχο συναίσθημα.
Βράδιασε, πόσο γρήγορα περνούν οι ώρες όταν είναι κι’ αυτές ερωτευμένες…

     Ένα νεαρό ζευγάρι, γνωστό στην Αλεξάνδρα και την αδελφή της ήρθε αργά το βράδυ.
-     Καλησπέρα κορίτσια
-     Καλησπέρα Φωτεινή, Γιώργο
-     Πάρτι έχουμε στο σπίτι μας απόψε, θα ήταν χαρά μας να μας κάνετε παρέα, τι λέτε;
-     Ναι παιδιά τους απάντησε η αδελφή της Αλεξάνδρας, μα έχουμε παρέα, τον Γιάννη.
-     Ακόμα καλύτερα, να σας περιμένουμε;
-     Ίσως, θα το συζητήσουμε εδώ και με τον Γιάννη και μάλλον θα έρθουμε.
     Ο καιρός ήταν καλός και η αυλή με τις ανθισμένες λεμονιές είχε την τιμητική της. Πολλά τραπεζάκια με κεριά και μικρές λάμπες πετρελαίου έδεναν απόλυτα τον χώρο.
Ένας μπουφές με ένα σωρό καλούδια και ποτά διάφορα μα και η μουσική από κάποιο τζου μποξ με δίσκους σαράντα πέντε στροφών που ο καθ’ ένας διάλεγε ότι ήθελε να ακούσει, από λαϊκά μέχρι αισθησιακά, ταγκό, βαλς κλπ.
Το τραγούδι που ακούγονταν συχνά μα και από όπου κι’ αν περνούσε κανείς, τη «μαντουμπάλα» άκουγε, ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα, τραγουδούσαν την καινούργια τους επιτυχία.


«Μαντουμπάλα» αγάπη γλυκιά μου,
λαχταρώ να ’ρθεις πάλι κοντά μου.
Από τότε που σ’ έχασα λιώνω,
τ’ όνομά σου φωνάζω με πόνο,

«Μαντουμπάλα, Μαντουμπάλα».


Με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ,
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω,
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω.

Να σε δω κι ας πεθάνω, καλή μου.
Αυτό μόνο ζητάει η ψυχή μου.
Από τότε που σ’ έχασα λιώνω,
τ’ όνομά σου φωνάζω με πόνο.
«Μαντουμπάλα, Μαντουμπάλα».

Με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ,
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω,
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω.


     Ο Γιάννης δεν άφηνε την Αλεξάνδρα από τα μάτια του. Φορούσε ένα υπέροχο φόρεμα στην απόχρωση της ζάχαρης, το φουρό απαραίτητο εσώρουχο της εποχής, έδινε στο ντελικάτο κορμάκι της περίσσια χάρη.
Τα χείλη της βαμμένα στο χρώμα του σάπιου μήλου,
με το μελαχρινό της προσωπάκι, όμορφο όσο ποτέ, σίγουρα ή σκέψη του Γιάννη περίμενε πως και πως το τέλος της βραδιάς, η Αλεξάνδρα ήταν δική του, ήταν η γυναίκα του.
Η Πηνελόπη του, μα και ακόμα η γλυκιά του, η φανταστική του πεταλίδα, (Ερατώ) είχαν χαθεί, ποτέ δεν υπήρξαν…

Το πρώτο ταγκό, ο δίσκος σαράντα πέντε στροφών με το αισθησιακό τραγούδι της μελωδικής Κούλας Νικολαΐδη,
«Δεν ζούνε τα πουλιά χωρίς τραγούδια» η αρχή για τον πρώτο επίσημο χορό του Γιάννη και της Αλεξάνδρας.
Σφιχταγκαλιάσματα στις στροφές του, πάνω στην αυτοσχέδια πίστα της αυλής.

Ο Γιάννης και η Αλεξάνδρα χόρευαν υπέροχα μέχρι που κάποια στιγμή τα υπόλοιπα ζευγάρια σταμάτησαν αφήνοντας ελεύθερη την πίστα για χατίρι τους.
Πότε πέρασε η ώρα, κανένας δεν κατάλαβε από όλη την παρέα, πως ξημέρωνε, μα ήταν αλήθεια, αξέχαστη βραδιά γεμάτη έρωτα…

  
Δεν ζούνε τα πουλιά χωρίς τραγούδια.

Τίποτε μόνο του δεν ζει. Ούτε θα ζήσει,
μέσα στη φύση, μέσα στη φύση.
Κι’ η γη ακόμα ην αχώριστο ζευγάρι,
με το φεγγάρι, με το φεγγάρι.

Δεν ζουν τ’ αστέρια δίχως τη βραδιά,
δεν ζει χωρίς το κύμα η αμμουδιά.
Χωρίς βροχή θα’ ταν τα δέντρα πεθαμένα,
μα δεν θα ζούσα ούτε’ γω χωρίς εσένα.

Δεν ζούνε τα πουλιά χωρίς τραγούδια,
δεν ζούνε χωρίς ήλιο τα λουλούδια.
Χωρίς ψηλά βουνά δεν ζουν τα χιόνια,
κι’ η άνοιξη χωρίς τα χελιδόνια.

Δεν ζει χωρίς Αθήνα η Ελλάδα,
η Αθήνα μας δεν ζει χωρίς λιακάδα.
Δεν ζουν τα περιστέρια χωρισμένα,
κι’ εγώ δεν ζω στιγμή χωρίς εσένα.

Δεν ζουν χωρίς θυμάρι τα χωριά,
δεν ζει τσιγγάνος δίχως δοξαριά.
Χωρίς φιλί δεν ζουν δυο χείλη διψασμένα,
Κι’ εγώ αγάπη μου δεν ζω χωρίς εσένα.

Δεν ζούνε τα πουλιά χωρίς τραγούδια,
δεν ζούνε δίχως ήλιο τα λουλούδια.
Χωρίς ψηλά βουνά δεν ζουν τα χιόνια,
κι’ η άνοιξη χωρίς τα χελιδόνια.

Δεν ζει χωρίς Αθήνα η Ελλάδα,
η Αθήνα μας δεν ζει χωρίς λιακάδα.
Δεν ζουν τα περιστέρια χωρισμένα,
κι’ εγώ δεν ζω στιγμή χωρίς εσένα.

Το ξημέρωμα τους βρήκε καθισμένους, μισοκοιμισμένους, στο ντιβάνι του σαλονιού. Ο διπλός καφές ήταν ότι έπρεπε για τη δύσκολη ημέρα. Δύσκολη από τρεξίματα δηλαδή, για την άδεια γάμου και τις προετοιμασίες τις απαραίτητες γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός.

Δευτέρα, εννέα το πρωί στη μητρόπολη της πόλις.

-     Λυπάμαι πολύ μα εδώ λείπει το βασικό έγγραφο, η άδεια από την υπηρεσία σας, χωρίς αυτό το βασικό έγγραφο δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια γάμου, είπε στον Γιάννη ο αρμόδιος υπάλληλος της μητρόπολης.
-     Δηλαδή;
-     Μα νομίζω πως υπάρχει μια αρκετά χρονοβόρα διαδικασία που ακολουθείται. Στη μονάδα σας θα πρέπει να αποταθείτε.

      Η Αλεξάνδρα δεν μπορούσε να καταλάβει αυτά που ο υπάλληλος της μητρόπολης τους είπε, σε αντίθεση με τον Γιάννη που σίγουρα το γνώριζε και εδώ είναι ένα από τα μεγάλα τα αδιανόητα λάθη του.

      Ο Γιάννης κρατούσε την Αλεξάνδρα από το χέρι προσπαθώντας να την παρηγορήσει ενώ πήγαιναν για το σπίτι, της μεγάλης αδελφής της.
-     Το περίμενα εγώ, γνωρίζω μια παρόμοια περίπτωση, είπε στο άκουσμα των κακών νέων η αδελφή της.
-     Εγώ πάλι, της απάντησε ο Γιάννης, ήμουνα σίγουρος πως αυτή η λεπτομέρεια, της αναγραφής δηλαδή του επαγγέλματός μου, θα περνούσε απαρατήρητα από τον υπάλληλο της Μητρόπολης.
-     Και τώρα τι σκοπεύεις να κάνεις Γιάννη;
-     Κάτι σκέφτηκα, θα πάμε αύριο στη μητρόπολη της… μια ώρα διαδρομή είναι με το λεωφορείο, εκεί μένει κάποιος που τον είχα στρατιώτη, πιστεύω πως γνωρίζει τα της εκκλησίας και είμαι βέβαιος πως θα βοηθήσει.

      Δύσκολο απόγευμα, πιο δύσκολη και η νύχτα.
Η Αλεξάνδρα στον κόσμο της, γιατί; Ποιο το πρόβλημα που είναι δύσκολο;
Ο Γιάννης; Δυο τρία δάκρυα καμουφλαρισμένα με μπόλικη χρυσόσκονη υποκρισίας.
Αυτό που σκεφτόταν δεν ήταν ρίσκο, ενέργεια άσοφη ως συνήθως ήταν. Πλαστογραφία! Το «μόνιμος … κλπ» γιατί να μη γίνει «εργάτης οικοδομών»;

      Περίεργο, καχύποπτο το βλέμμα της μέλλουσας πεθεράς του που κι’ εκείνη δεν πίστευε στα όσα προσπαθούσε να της εξηγήσει ο Γιάννης. Τέλος πάντων. Πρωί, πρωί να και ο Δημήτριος, ο άντρας της αδελφής της Αλεξάνδρας.
-     Πως από εδώ πρωί, πρωί κύριε Μήτσο; Γεμάτος περιέργεια τον ρώτησε ο Γιάννης
-     Να είπα να έρθω μαζί σας μήπως και χρειαστείτε κάποια βοήθεια.

      Να η ευκαιρία σκέφτηκε ο Γιάννης. Θα πρέπει να τους πει να μάθουν πως δεν είχε πια ούτε μια δεκάρα στην τσέπη του, πως έπρεπε να βοηθήσουν κι’ εκείνοι. Εξ’ άλλου τα έξοδα για τις προετοιμασίες εκείνος τα πλήρωσε.

-     Αγαπητέ μου Μήτσο, οικονομική βοήθεια θέλουμε…

      Εκείνος όμως δεν μίλησε, ούτε και η Αλεξάνδρα, μονάχα η μέλλουσα πεθερά του, ίσως να κατάλαβε πως έπρεπε να βοηθήσουν κι’ αυτοί, πως όμως; Τρεις γυναίκες δύσκολα τα έβγαζαν πέρα, επόμενο ήταν να μην είχαν και εκείνες χρήματα. 

-     Ετοιμαστείτε εσείς κι’ εγώ σε δέκα λεπτά θα γυρίσω τους είπε.

     Ο καφές με την κουβέντα είχε σχεδόν κρυώσει. Πικρός και κρύος λοιπόν ο καφές πικρό και το στόμα του Γιάννη από τα πολλά της αγωνίας τσιγάρα. Τι διάβολο, στην άκρη του γκρεμού είχε φτάσει να μη πέσει μέσα; Άδικο δεν ήταν;
Δεν πέρασαν τα δέκα λεπτά και ένα ολόκληρο χιλιάρικο ήταν στα χέρια του Γιάννη. Από κάπου σίγουρα το δανείστηκε σκέφτηκε, όμως τι τον ένοιαζε το εισιτήριο για την κατρακύλα το είχε.
Κόντευε εννιά το πρωί, ίσως και να άργησαν. Το λεωφορείο έκανε τη διαδρομή από τη μια πόλη στην άλλη κάθε μισή ώρα, έπρεπε να βιαστούν.

     16/6/1959 ημέρα της εβδομάδας Τρίτη. Αν και το καλοκαίρι ήταν ακόμα στις αρχές του εκείνη τη μέρα ο καιρός ήταν αρκετά ζεστός.
Η Αλεξάνδρα φορούσε ένα υπέροχο φόρεμα στην απόχρωση της ζάχαρης, ήταν πράγματι στα μάτια του Γιάννη, το πιο όμορφο πλάσμα, ήταν η γυναίκα του.

Έφτασαν λοιπόν στον προορισμό τους εκεί λίγο πριν από τις δέκα.
Τώρα έπρεπε να περπατήσουν κάπου δεκαπέντε λεπτά για να φτάσουν στο σπίτι του πρώην στρατιώτη του Γιάννη.  Άλλες δυο φορές είχε πάει σε εκείνο το σπίτι καλεσμένος σε γιορτές και επομένως γνώριζε την ανηφορική εκείνη διαδρομή.
Ευτυχώς τον πρόλαβαν λίγο πριν φύγει για κάποια δουλειά του, όπως είπε καλωσορίζοντας τους.
Αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις ο Γιάννης του διηγήθηκε όλα όσα προηγήθηκαν και του ζήτησε να βοηθήσει όπως μπορούσε.
Ο Αντρέας – έτσι έλεγαν τον πρώην στρατιώτη – άνθρωπος της εκκλησίας ήταν και επομένως γνώριζε τι έπρεπε να κάνουν.
Αφού έριξε μια ματιά στα έγγραφα – δικαιολογητικά, είπε στο Γιάννη.
-     Εδώ στης δικής σου μητρόπολης το έγγραφο ίσως «σκοντάψουμε» το επάγγελμα σου απαιτεί και άλλα δικαιολογητικά, άδεια από την υπηρεσία κλπ.
-     Τότε Ανδρέα βρες μου μια σβηστήρα, ή ένα ξυραφάκι, δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
-     Μη μου πεις πως θα το πλαστογραφήσεις;
-     Βλέπεις άλλο τρόπο εσύ να παρακάμψουμε το πρόβλημα; 
-     Μήπως να δοκιμάσουμε πρώτα; Ίσως εδώ περάσει απαρατήρητο το επάγγελμα σου, του είπε ο Αντρέας.
-     Μα αν δεν περάσει απαρατήρητο όπως λες Αντρέα, τότε θα πρέπει να πάμε σε άλλη μητρόπολη, ότι είναι να γίνει λοιπόν, ας γίνει τώρα.

Η επιχείρηση πλαστογραφία άρχισε με μια σβηστήρα η οποία όμως άφηνε «μουτζούρα» κι’ έτσι το ξυραφάκι ήταν η επόμενη λύση. Χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να διαγραφούν οι δυο επίμαχες λέξεις μα που όμως τα ίχνη της επέμβασης ήταν ευδιάκριτα.
Οι λέξεις μόνιμος κλπ αντικαταστάθηκαν με το «εργάτης οικοδομών»

Τώρα έπρεπε να βιαστούν, ένα ταξί ήταν απαραίτητο και για καλή τους τύχη ο οδηγός όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια ήταν λίγο παραπάνω από έξυπνος.
Αυτός παρέκαμψε ίσως λόγω γνωριμιών αρχικές διατυπώσεις και φτάσαμε στον αρμόδιο υπάλληλο της μητρόπολης.
Εκείνος αφού κοίταξε το έγγραφο ζήτησε από το Γιάννη να του δείξει τις παλάμες των χεριών του. Αυτά τα χέρια τους είπε δεν φαίνονται να γνωρίζουν από οικοδομές, ή μόνιμος αξιωματικός – υπαξιωματικός είσαι είπε στο Γιάννη ή αστυνομικός.
Οι «άγαρμπες» δικαιολογίες βέβαια του Γιάννη δεν έπεισαν τον υπάλληλο της μητρόπολης, που όμως ύστερα από ώρα τους έδωσε την πολυπόθητη άδεια γάμου.

Απομεσήμερο και το ταξί έτρεχε για το σπίτι της Αλεξάνδρας, έπρεπε να βιαστούν, παρέλαβαν τις αδελφές της και την κουμπάρα, μια ξαδέλφη της Αλεξάνδρας.
Ένα χωριό επέλεξαν για να γίνει ο γάμος κάπου είκοσι χιλιόμετρα μακριά.
Το μεγάλο, άσοφο κατόρθωμα του έπρεπε να κρυφτεί, η υπηρεσία του δεν έπρεπε να το μάθει μα ούτε και οι γονείς του, η αδελφή του.
Λάθος λογάριαζε όμως, όπως και όλες του οι αποφάσεις άσοφες ήταν. 
Ο ιερέας μετά το τέλος του μυστηρίου κι’ αφού υπέγραψαν τα απαραίτητα έγγραφα είπε στον Γιάννη πως πρέπει να πάνε στην κοινότητα του χωριού και να δηλώσουν την τέλεση του μυστηρίου.
Από εκεί βέβαια απεστάλησαν στη συνέχεια στον τόπο καταγωγής τους, δηλαδή το ότι ο Γιάννης κατόρθωσε να «γκρεμοτσακιστεί» το διάβασαν τα δακρυσμένα μάτια των γονιών του, της αδελφής του.
Πόσος πόνος…
Γιατί;

Το ταξί έφτασε στο σπίτι της αδελφής  της Αλεξάνδρας.
-     Τι χρωστάμε; Ρώτησε τον ταξιτζή ο Γιάννης.
-     700 δραχμές, για σένα βέβαια μπορεί να φαίνονται πολλά, όμως για μένα είναι λίγα.

Το χιλιάρικο που του έδωσε η πεθερά του πέρασε στα χέρια του ταξιτζή, οι τριακόσιες δραχμές, τα ρέστα δηλαδή επαρκούσαν και με το παραπάνω για τα έξοδα της βραδιάς, του ξενοδοχείου μα και ότι άλλο χρειαστεί.

Πρώτο βράδυ και η Αλεξάνδρα του ήταν όλη δική του.
Η αλήθεια είναι πως ένιωθε κάπως παράξενα, στον κόσμο του όπως πάντα δηλαδή.

-     Γιάννη θέλω κάτι να σου πω μα ντρέπομαι, του είπε κάποια στιγμή  η αδελφή της Αλεξάνδρας.
Πάμε λίγο έξω;

Ο Γιάννης την ακολούθησε γεμάτος περιέργεια, ποιο άραγε το ντροπαλό μυστικό της;

-     Λοιπόν, τι θέλεις να μου πεις; Τι ρώτησε ο Γιάννης.
-     Θα σας δώσω ένα σεντόνι να το χρησιμοποιήσετε στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, κατάλαβες Γιάννη;
-     Ναι και σ’ ευχαριστώ πολύ. 

-     Αλεξάνδρα μου, από σήμερα είσαι και επίσημα η γυναίκα μου. Σ’ αγάπησα πραγματικά, σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ πάντα, σ’ όλη τη ζωή μου.
-    

Αλεξάνδρα μου, πες μου πως μ’ αγαπάς…

...


«Πες μου σ’ αγαπώ»     
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.