Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!! (2)



              
                      2  
                                                                    
                           «Αναζήτηση»                                



  
     Οι μέρες περνούσαν κι’ ο Γιάννης από το χάραμα μέχρι αργά το βράδυ, κάθε μέρα εκεί στο ακρογιάλι του άη Γιάννη την περιμένει να φανεί. Για ψάρεμα, ούτε λόγος, ψηλά στο βράχο, αγναντεύει την απέναντι ακτή. 
Πάνω στα πακέτα από τα τσιγάρα του, στις χαρτοπετσέτες, για τη δική του, τη χαμένη του Ερατώ γράφει και ξαναγράφει…

Αναζητώ, και σήμερα ομορφιά μου τις ζωγραφιές τις ανεξίτηλες των χειλιών σου, το φως απ’ το χαμόγελο σου.
Αναζητώ κι’ απόψε, μέσα στους αντικατοπτρισμούς της ερήμου μου, τη μορφή σου, τη μελωδία της φωνής σου.
Αναζητώ μέσα απ’ τα μάτια τ’ ουρανού κι’ απόψε, τα χνάρια που ζωγράφισες στο πέρασμά σου, το χώμα που έσκαψαν τα δάκρυά σου, τον καταπράσινο γαλήνιο ωκεανό σου.
Σε περιμένω χαρά μου, σ’ αγαπώ…

     Το ακρογιάλι του άη Γιάννη ερημώνει, τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου έφεραν κρύο και η πολύβουη παραλία ερήμωσε. Ο Γιάννης όμως, με την ελπίδα να πεθαίνει τελευταία όπως λένε, περιμένει, μέχρι που η ψιχάλα έγινε καταιγίδα κι’ έτσι το φθινόπωρο συνάντησε κάποιο μελαγχολικό βράδυ, τον χειμώνα κι’ εκείνος γεμάτος κακία, όρμησε με μανία στα ίχνη που άφησαν ο Γιάννης και η Ερατώ.
Καινούργια άμμο σκέπασε το ακρογιάλι και τα σμιλεύματα του σ’ αγαπώ, ώσπου κι’ εκείνος κουράστηκε…

     Η άνοιξη βρήκε την ευκαιρία να παίξει να ερωτευθεί και κουρασμένη στο τέλος  από το «εμπρός βήμα ταχύ» έβγαλε το πολύχρωμο, ανθοστόλιστό της «μαγνάδι» και το φύλαξε στον ουράνιο θόλο…
Αν όλα πάνε καλά, θα το χρειαστεί και την επόμενη χρονιά.
      
      Το καλοκαίρι στην ώρα του, με το δισάκι φορτωμένο με ήλιο, θάλασσα και έρωτα.
  
     Ώρα για το υποβρύχιο ψάρεμα.
Ο βυθός, η απόλυτη σιωπή, η άλλη μεγάλη αγάπη του Γιάννη τον περιμένει…
Πλησίασε τον μεγάλο βράχο, έσκυψε πάνω από το όστρακο της δικής του πεταλίδας…

-   Καλημέρα θάλασσα μου, γλυκιά μου Ερατώ…
-   Καλημέρα Γιάννη μου …
Κοίταξε από συνήθεια δεξιά κι’ αριστερά του.
Αν τον άκουγε κάποιος, πολύ πιθανό για τρελό να τον πέρναγε. «Τις πεταλίδες χαιρετάει αυτός ο παλαβός;» Ίσως να μουρμούριζε μέσα του και βέβαια δεν θα είχε άδικο…

     Ήταν λοιπόν η δική του πεταλίδα – Ερατώ, αυτή δηλαδή που χαιρέτησε ο Γιάννης, κολλημένη στη ρίζα του μεγάλου βράχου, που τον έδερναν πότε με μανία και πότε τον χάιδευαν τα κύματα της θάλασσας. Η πεταλίδα που τη μορφή της αγαπημένης του Ερατώ έπαιρνε και που του μιλούσε στις συννεφιασμένες ώρες της ζωής. 

      Η καλημέρα του βέβαια, απευθυνόταν στην φανταστική, τη σμιλευμένη στης ψυχής του τα καρνάγια οπτασία.
     Χρυσελεφάντινο Ακρόπρωρο στο τρεχαντήρι της καρδιάς του.
     Η Εύα του δικού του παράδεισου.
     Η «πεταλίδα» του, ο συνδετικός κρίκος μιας πραγματικότητας, με τις «καταδύσεις στους ωκεανούς των ονείρων» με την αύρα της Ερατώς του.

      Εκεί, δίπλα στη σκιά του μεγάλου εκείνου βράχου, άφηνε συνήθως ο Γιάννης τα τσιγάρα του κι’ όλα τα «σύνεργα» τα απαραίτητα για το υποβρύχιο ψάρεμα.

      Την πρώτη φορά που του την έδειξε η Ερατώ, εντυπωσιάστηκε. Έμοιαζε θαρρείς με αυγινό χαμόγελο του ήλιου, με το σ’ αγαπώ των ονείρων του, με το φιλί της πούλιας, με ζωγραφιστό  αίνιγμα.
Τα ασημόχρυσα πλουμίδια της από τη μια, να λαμπιρίζουν στις χρυσές ακτίνες του ήλιου κι’ από την άλλη τα «χείλη» της να μη χορταίνουν τα φιλιά του βράχου, μα και τα χάδια της θάλασσας.
Στο πλατσούρισμα των κυμάτων, άφηνε νωχελικά την αλμύρα τους, να περάσει κάτω απ’ τα χείλη της κι’ ύστερα να κλείσει τα περάσματα για κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη.         
Προσπάθησε να μετρήσει τις γραμμές στο φιλντισένιο όστρακο της, με τους γαλάζιους ιριδισμούς.
Λένε πως κάθε γραμμή, αντιστοιχεί και σε ένα χρόνο από τη ζωή της.
Δέκα εννέα, ή κάπου εκεί γύρω .

     Σε περνάω δυο χρόνια στην ηλικία μικρή μου, της ψιθύρισε καθώς την ακουμπούσε με το δάχτυλο του.
Κι’ εκείνη, που ν’ ακούσει τα γλυκόλογα του, με πείσμα δεν έλεγε να αφήσει τη σιγουριά του βράχου της.

      Εκείνος όμως στη θωριά της, έπλασε τη δική του Ερατώ και την ερωτεύτηκε. 
Στης φαντασίας του το άπειρο, τη ζωγράφισε στη στιγμή.
Το σώμα της σμίλεψε και πλούμισε με χρώμα απ’ τα όνειρά του.
Χρυσάφι σκόρπισε στα μακριά μαλλιά της κ’ έβαλε τα ουράνια τόξα στα μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια της.
Στα χείλη της τον έρωτα στην απόχρωση του σάπιου μήλου.
Το όνομα της; Ερατώ φυσικά…

      Κάθε φορά λοιπόν που ετοιμαζόταν για το ψάρεμα, δεν έχανε την ευκαιρία κι’ ένα σωρό γλυκόλογα της έλεγε.

Απόψε ομορφιά μου, ήρθες πάλι στα όνειρα μου
και ήσουν το αστέρι της αυγής.
Ήταν φωτιά η αγκαλιά σου και στην ψυχή μου άφησαν σημάδια τα φιλιά σου.
Ήταν τα μάτια σου τα δυό, μια φλόγα αναμένει
κι’ η γρήγορη ανάσα σου, θάλασσα αγριεμένη.

Στα κύματα της ήσουνα, φεγγάρι μαγεμένο
και το φιδίσιο σου κορμί, ποτάμι μεθυσμένο.
Απόψε ήσουν άνεμος, χαλάζι, πλημμυρίδα,
ηφαίστειο να εκραγείς, φουρτούνα, καταιγίδα.

Και τώρα στης φαντασίας μου τον κόσμο σε θωρώ
να  μ’ αγκαλιάζεις, τον κόσμο μου τον άδειο καταυγάζεις.
Είσαι παιχνίδι, όνειρο γλυκό, εωθινό,
συναίσθημα παράξενο, αστέρι φωτεινό.

Και τι δε θα’ κανα, το χρώμα των ματιών σου να χαϊδέψω,
τη σκέψη σου να διάβαζα να κλέψω.

Να πιω το δάκρυ του κορμιού σου να μεθύσω,
τα βερεσέδια τις σπατάλες μου να σβήσω.

Να το μπορούσα, αυτό που μας χωρίζει να σκοτώσω,
στον κόσμο σου να μπω και να σου πω, πως σ’ αγαπώ.
Κι’ όσα χαμόγελα μου χάρισε η ζωή να σου τα δώσω.

Μέχρι που κάποιο απομεσήμερο λες και τη φωνή της γλυκιάς του Ερατώ άκουσε μέσα από το κέλυφος της όμορφης πεταλίδας...

-    Γιάννη μου, θυμάσαι τι σου είχα πει τότε;  Δε σε ξεχνώ, είμαι εδώ για σένα και σ’ αγαπώ…

-    Ερατώ, μούσα γλυκιά μου…
Θέλω να μη χαθείς ποτέ απ’ τη ζωή μου,
να διυλίζεις το νερό και το κρασί μου,
να συνταιριάζεις τ’ ανεκλάλητα τα σκόρπια μου τα θέλω,
να μ’ αγαπάς ακόμα κι’ όταν το εγώ μου υποστέλλω.
Να είσαι μάτια μου ανταύγεια, ηλιαχτίδα,
της προσευχής μου η εικόνα η ελπίδα.

     Το πολικό να είσαι τ’ άστρο της ζωής μου
κι’ αν χρειαστεί ηχοπαγίδα να γενείς της έκρηξής μου,
να είσαι ο ήλιος στου χειμώνα μου τα βράδια,
πυγολαμπίδα στης ψυχής μου τα σκοτάδια.
Να είσαι η έμπνευση, ο στίχος μου, οι ρίμες,
βαλεριάνα στους βοριάδες, στο λιοπύρι, στις ωδίνες.

-    Μπορείς Γιάννη μου, να μ’ αγαπάς και πέρα απ’ τους ορίζοντες των ματιών μου;
-    θα σ’ αγαπώ γλυκιά μου Ερατώ…
Αγαπώ το λευκό χρώμα της ψυχής σου, θα σ’ αγαπώ γιατί είσαι και ήσουν πάντα στα όνειρά μου, θα σ’ αγαπώ και πέρα απ’ το  σταυροδρόμι της ζωής.


-   Τότε σου υπόσχομαι πως θα είμαι πάντα κοντά σου, η σκιά σου, στις χαρές, στις ακεφιές σου, στον πόνο στον έρωτα, στο ραντεβού της ζωής και πέρα απ’ τους ορίζοντες της…

Θα είμαι η σταγόνα της βροχής, ο ήλιος και το φεγγάρι, ο αέρας, το λευκό σύννεφο, τα ουράνια τόξα της σκέψης σου. θα σου λέω πάντα σ’ αγαπώ, γιατί στ’ αλήθεια
σ’ αγαπώ…

     Με το χρυσάφι των μαλλιών μου θα σε χαϊδεύω,
κι’ απ’ τα σμαράγδια των ματιών μου θα σε θωρώ,
η Ερατώ σου είμαι που τα θέλω σου θ’ αναδεύω,
στης φαντασίας σου τον κόσμο θα «οδοιπορώ».
     Θα ακροβατώ στον ιστό της σκέψης σου, θα
καταδύομαι στον άναρχο κόσμο των οραμάτων σου.
Σ’ αγαπώ θα ψιθυρίζω στους ανέμους, στις θύελλες, στις καταιγίδες, κάθε φορά που τα παιχνιδίσματα τους θα με φέρνουν κοντά σου.

      Κ’ έτσι λοιπόν η γλυκιά του Ερατώ ταξιδεύει μέσα στης φαντασίας του το άπειρο, στα δάκρυα του, στο χαμόγελο του, στον πόνο, στη χαρά του, στην πίκρα, στα όνειρα του.

      Και την ζητά κάθε φορά που ο ουρανός του συννεφιάζει.


      Γλυκιά μου Ερατώ, που είσαι;

      Κι’ αυτή, το κάλεσμα του ακούει, γίνεται σταγόνα της βροχής, αστροπελέκι, τυφώνας, ήλιος, φεγγάρι, αύρα θαλασσινή, για να φτάσει στη στιγμή κοντά του.
Τα ξανθά της μαλλιά να χαϊδέψει, τα γκριζοπράσινα της μάτια να διαβάσει, από τα χείλη της ν’ ακούσει σ’ αγαπώ…

      Το ταξίδι της ζωής, στις ράγες του χρόνου κυλάει.
Το αντίγραφο της Ερατώ του ψάχνει, μα αυτή δεν αντιγράφεται είναι μοναδική, είναι αυτός…

      Στο θερινό το σινεμά, δίπλα στο αγιόκλημα τον είχε βρει μια αυγουστιάτικη βραδιά και ήταν μόνος, πάλι για εκείνη έγραφε, πάνω στο πακέτο απ’ τα τσιγάρα του.

      Που να’ ναι τώρα;

      Και εκείνη θέλησε να του θυμίσει, πως είναι πάντα κοντά του.
      Κι’ έγινε σταγόνα της βροχής…
Το πρόσωπο του χάιδεψε, ξαφνιάστηκε, κοίταξε τον ουρανό με απορία.
Θα βρέξει είπε μέσα του, μα πως, βροχή από ένα λευκό συννεφάκι;

      Τότε κατάλαβε, το δροσερό το χάδι, δικό της ήταν, το μαντήλι που το σκούπισε κοίταξε κι’ ύστερα το φίλησε.
Το δάκρυ του την συγκίνησε, μα τι θα μπορούσε να κάνει;
Μια πεταλίδα του βράχου μονάχα ήταν, που για χάρη του σταγόνα της βροχής έγινε, για να του θυμίσει πως δεν είναι μόνος...


      Κυριακή βράδυ, στο ραντεβού δεν πήγε…

Γιατί;

      Δεν φαινόταν πως θα βρέξει κι’ όμως…
Τρίτη θέση στο τρένο, μόνος στο ταξίδι του χρόνου, πάλι για τη γλυκιά του Ερατώ στίχους έγραφε κι’ εκείνη σταγόνα της βροχής, να κρατηθεί στο τζάμι προσπαθούσε.
Λίγο πριν χαθεί την είδε και της χαμογέλασε, σ’ αγαπώ της είπε κι’ εκείνη χάρηκε κι’ εγώ σ’ αγαπώ του είπε κι’ έγινε ήλιος, ανέσπερο φως.

      Βραδάκι στη μοναξιά του.

      Κουράστηκε να ρίχνει πέτρες στη θάλασσα, τ’ αναπηδήματα τους μετρούσε, μέχρι που τ’ αστροπελέκια κάποια στιγμή, έφεραν σταγόνες βροχής.
Εκείνη θυμήθηκε, τη δική του Ερατώ.
Και τότε, την νοτισμένη άμμο βάλθηκε να πλάθει.
Ένα κάστρο για την πριγκίπισσα του…

      Θα είχε πιεί δυο ποτηράκια παραπάνω.
Απόκριες ήταν, φαινόταν χαρούμενος, γλεντούσε τη «μασκαρεμένη» βραδιά.
      Κι’ όμως τ’ αστέρια θωρούσε, ή μήπως τα γκρίζα σύννεφα που ετοιμάζονταν τα «δάκρυα» τους ν’ αφήσουν;
Βράχηκε μα δεν τον ένοιαζε, είχε εκείνη δίπλα του, τη δική του Ερατώ και την καμάρωνε, όμορφη βραδιά…

      Το κυνήγι της πέρδικας τον γοήτευε και είχε επιτυχίες,
μα εκείνη τη μέρα λάθος ατραπό διάλεξε και βρήκε αδιέξοδο.
Στα «μαυροπούλια»  έριξε τις μπαλοτιές του.

      Και πέρασαν τα χρόνια.
Με άδειο «τσιφτέ» και μ’ ένα παράπονο  την Ερατώ του θωρεί…
Το χαμόγελο της, η παρηγοριά του.

      Κουράστηκε από τις κακοτοπιές κι’ είπε να ξαποστάσει.

      Δίπλα στης μοναξιάς του τ’ ακρογιάλι, την άμμο σκαλίζει και είναι από αγάπη μόνος.

      Το φθινόπωρο πλησιάζει και το δάκρυ του κατηφορίζει αργά για να χαθεί «αμίλητο» στο χώμα.
Τη γλυκιά του Ερατώ προσπαθεί, στον ουράνιο θόλο να δει, να της μιλήσει…

-   θέλω κάτι ακόμα να σου πω γλυκιά μου, της λέει…
-   Πες μου Γιάννη μου, είμαι εδώ κοντά σου…

-    Μ’ ένα απ’ τα πέπλα σου χαρά μου μαγικό,
σαν χάδι στο μεθύσι μου απόψε σκέπασε με
κι’ απ’ τη δροσιά σου κέρνα με, ποτό νοσταλγικό,
μείνε γλυκό μου όνειρο και αποκοίμισε με…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.