Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!! (3)





                                             


                                                                     3
                             
                                 «Θύμισες»                                  
                                               

        Περνάει ο χρόνος, ένα ακόμα όνειρο από τα χιλιάδες σβήνει, χωρίς σ’ αγαπώ.
Μα κι’ η λασποβροχή δεν λέει να κοπάσει…
Κι’ αυτός;
Τις ρυτίδες των χεριών του, με της λασποβροχής τα ξετελέματα προσπαθεί να σκεπάσει…

      Απ’ την «καλντέρα» την απύθμενη της ψυχής, οι αναμνήσεις αναντρανίζουν τις θολές σταλιές της αποψινής λασποβροχής. 
 
      Με επιδεξιότητα  θαυμαστή, διεισδύουν στην αντάρα
της αμμοκαταιγίδας.
Ταξίδι στους ορίζοντες του χρόνου.

      Να τις κλουθεί πρέπει, φοβάται τα γλιστερά σοκάκια,
τις δόλιες παγίδες στα σταυροδρόμια του χθες.

      Στριφωμένες θύμισες, απ’ τα φυλλοκάρδια,
νυσταγμένες ξεπροβάλουν. 
      Καιρό που βρήκαν, στη θαμπάδα του καιρού
βόλτα γίνεται;
Ευχές, φιλιά και χάδια, νάζια και καπρίτσια, γινάτια
και ζήλειες, πόνος και χαρά, παραξενιές και σοβαρότητα,
λίγο απ’ όλα δηλαδή.
Ξετελέματα στα πεζούλια της λασποβροχής,
αγνώριστες οι πλουμισμένες αγκαλιές, με τις
νερομπογιές απ’ τον ξέσκεπο αραμπά του χρόνου.

      Αφηρημένες στάσεις, ζωγραφισμένες στους κορμούς
των αιωνόβιων δέντρων, διαδέχονται
η μιά την άλλη, έτσι που να φανούν πελεκημένα,
άσοφα απομεινάρια, μα κι’ ερωτευμένα σμιλεύματα
μιας εποχής.

      Αναμνήσεις…
άντε τώρα να τις μαζέψεις πάλι.
Κι’ ο καιρός δε λέει να καλμάρει, τα μάτια σίγουρα
θα τσούξουν, απ’ το ανακάτεμα των οξειδωμένων μαργαριταριών τους, με την ιπτάμενη κόκκινη άμμο
της ερήμου.

      Φαινόμενο συνηθισμένο η λασποβροχή; Ίσως…
Μα μέσα από τη βαθειά νάρκη του χειμώνα στη λασπουριά του Ιούνη, στέκει; Δε στέκει…

   Κι’ όμως…

     Τη «βρίσκουν» στις καφέ, τις σταλιές του ωκεανού τους, πλατσουρίζουν στις μαβί τις μελένιες φωλιές,
 ξαναγράφουν ρεφρέν στα φιλιά τ’ ουρανού τους
πρίμα βίστα σ’ εκείνες τις καυτές αγκαλιές.

-   Πεταλίδα μου, βράδιασε στ’ αλήθεια, ή μου φαίνεται;
-   Ναι Γιάννη μου, βράδιασε…  

Για δες που βράδιασε στ’ αλήθεια,
είχε ξεχάσει πως υπάρχει ένας σταθμός,
φθίνουν τα χίλια και μιας νύχτας παραμύθια,
δεν το πιστεύει πως τον γέλασε ο καιρός.

Του λύχνου απόμειναν δυό, τρεις σταγόνες λάδι,
μα πίστευε η φλόγα του θα φέγγει συνεχώς,
πως δε θα βρει στο δρόμο του ποτέ σκοτάδι,
άπαιχτο έργο άχρονο, στο κάποτε, στο προσεχώς.

Απόγεμα κι’ η μέρα έχει στη ματιά του λιγωθεί,
σ’ ένα πικρό χαμόγελο ονείρου που σκοτώνει,
παραδομένη, με της νύχτας την εσθήτα να ντυθεί,
για λύτρωση, που όμως όπως λένε, δε λυτρώνει. 

Λες κι’ ήταν χθες το φως του ήλιου που τρυγούσε,
πότε έφτασε στο σώσμα τ’ ανοιξιάτικο πρωί,
ξένα τα χνάρια που άφησε, τα χείλη που φιλούσε,
δεν το πιστεύει πως τον μπέρδεψε, τον γέλασε η ζωή.  




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.