Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!! (5)



                                          


                                                                      5



                     «Συγνώμη, γνωριζόμαστε;»

        Από την ώρα που καθίσαμε, κοιτάζεις στην απέναντι παρέα, εδώ ήρθαμε να ακούσουμε δυο τραγούδια, να περάσουμε καλά, ποιοι είναι αυτοί, γνωρίζεις κάποιον; Ρώτησε η Αλεξάνδρα τον Γιάννη, τον άντρα της.
-   Δεν είμαι σίγουρος της απάντησε, μα αυτόν τον άνθρωπο σαν να τον ξέρω.
-   Μα και εκείνος σε κοιτάζει, γιατί δεν πας να τον ρωτήσεις, να μάθεις.

     Ο Γιάννης έκανε να σηκωθεί, μα τον πρόλαβε ο άλλος.
-   Συγνώμη κύριε, γνωριζόμαστε;
-   Αυτό θα ρωτούσα κι’ εγώ εσάς, δεν μπορεί κάπου σας ξέρω.
-   Κι’ εγώ. Μη μου πεις πως είσαι ο Γιάννης;
-   Μη μου πεις πως είσαι ο Απόστολος;

      Αυτοί λοιπόν οι δυο άντρες, υπήρξαν φίλοι στα νιάτα τους, αυτό που λέμε «φίλοι καρδιακοί».
Η άνοιξη της ζωής τους, τους βρήκε σε κάποια στρατιωτική σχολή.
     Μαζί στις παρέες, στα νυχτοπερπατήματα, στις υπηρεσίες.
Είκοσι χρόνων παιδιά, «έβραζε το αίμα τους».
Τα βράδια κοιτάζοντας τ’ άστρα έκαναν όνειρα, όνειρα που τα διάβαζε ο ένας στον άλλο.
Βιάζονταν να μεγαλώσουν, να πάρουν βαθμούς, να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια.

     Και τώρα, περασμένα τα δεύτερα …ήντα με τα γκρίζα τους μαλλιά, τους βρήκε ο χρόνος εντελώς τυχαία αγκαλιασμένους εδώ και πέντε λεπτά.

     Που βρέθηκαν αλήθεια τόσα δάκρυα; Οι άντρες λένε δεν κλαίνε κι’ όμως…

-   Γιάννη έλα να σου γνωρίσω τη γυναίκα μου.
Πηνελόπη από δω ο Γιάννης, ο καλύτερος μου φίλος.

     Ο Γιάννης έσφιξε για λίγο το χέρι της Πηνελόπης, τα μάτια του πέρασαν στα δικά της μάτια, λες και τα τραβούσε ένας ακαταμάχητος μαγνήτης. Το χαίρω πολύ, μπερδεμένο βγήκε από το στόμα του, τα (κορακίστικα) δεν ήταν η γλώσσα του κι’ όμως έμοιαζαν, μα και το τρέμουλο στο χέρι του μεγάλωνε, μα έβαλε τα δυνατά του, λίγο ακόμα και θα κατέρρεε από το δυνατό σοκ.   

     Η Πηνελόπη φάνηκε να βρίσκεται αλλού, καμιά λέξη δεν βγήκε από το στόμα της, τον κοίταζε στα μάτια μη μπορώντας να πιστέψει στ’ όνειρο, στ’ όνειρο  που θαρρείς έβλεπε.

-   Απόστολε από δω η γυναίκα μου.
Αλεξάνδρα, ο Απόστολος, ο αγαπημένος μου φίλος από τον στρατό.
-   Κύριε Απόστολε, κυρία Πηνελόπη δεν κάθεστε στο τραπέζι μας; Τους είπε η Αλεξάνδρα.
-   Να καθίσουμε απάντησε κι’ ο Απόστολος, έχουμε τόσα να πούμε...

      Μια παρέα τώρα όλοι στο νυχτερινό κέντρο. Απόψε ήρθαν από διαφορετικούς δρόμους, για να συναντήσουν τις αναμνήσεις.

     Φαίνεται πως η συγκίνηση της βραδιάς δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για διασκέδασε.
Των ματιών οι κρυφές ριπές του Γιάννη και της Πηνελόπης, προσπαθούσαν ν’ ανιχνεύσουν, να καταγράψουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα της στιγμής.

     Άραγε να’ χει μείνει και κάποια σπίθα από τη μεγάλη φωτιά εκείνης της ερωτικής θύελλας;
Σίγουρα ναι, δεν ξεχνιέται ένας τόσο μεγάλος έρωτας.
Η φωτιά πάντα σιγοκαίει ακόμα και τον χειμώνα…  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.