Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ (6)




                                    


                                                                        6          


                                                         «Πηνελόπη»


   

      Ο Γιάννης μετά τη σχολή τους, βρέθηκε να υπηρετεί σε μια όμορφη πόλη της νοτίου Ελλάδας, ενώ ο Απόστολος ανηφόρησε για τη Μακεδονία.
Η αλληλογραφία δεν στάθηκε ικανή να κρατήσει σε επαφή τους δυο φίλους κι’ έτσι χάθηκαν τα ίχνη τους στα χρόνια που πέρασαν.

      Ο Γιάννης βρήκε καινούργιο φίλο τον Νίκο.
Μένουν στο ίδιο διαμέρισμα. Λίγα χρήματα έπαιρναν εκείνα τα χρόνια κι’ έτσι τα έξοδα μοιράζονταν στα δυο. Όμως δεν είχαν παράπονο, είχαν νιάτα, «η ζωή τους χαμογελούσε» έτσι κι’ αλλιώς.
     Ο Νίκος είχε γνωρίσει μια κοπέλα και συχνά τα βράδια έβγαινε για να γυρίσει αργά το βράδυ. Ο Γιάννης πήγαινε συνήθως σε κάποιο σινεμά αν έπαιζε κάποιο έργο της αρεσκείας του ή για κάποιο ποτό σε κάποια καφετέρια.

     Έτσι πέρναγε ο καιρός όταν ένα βράδυ χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
 -  Περιμένεις κανέναν; Είπε ο Γιάννης στον Νίκο που εκείνη την ώρα ήταν στο μπάνιο.
-   Όχι απάντησε εκείνος.
-   Ανοίγω Νίκο.
-   Εντάξει, άνοιξε.
-   Καλησπέρα, τον κύριο Νίκο θα θέλαμε, είπαν τα δυο κορίτσια, δεν είναι εδώ;
-   Καλησπέρα σας, εδώ είναι, περάστε. Είναι στο μπάνιο, καθίστε παρακαλώ.
-   Εσείς θα είστε ο φίλος του ο Γιάννης, έτσι;
-   Ναι κι’ εσείς σίγουρα η Ελένη.
-   Ναι εγώ είμαι, σίγουρα τα κουβεντιάζεται , τι λέει για μένα;
-   Δεν θα περιμένετε βέβαια να μάθετε από μένα τα μυστικά του φίλου μου, εσείς τα λέτε στις γειτονιές για την όμορφη φιλενάδα σας.
-   Συγνώμη, ξέχασα να σας τη συστήσω.
Είναι η Πηνελόπη, μαζί πηγαίναμε στο σχολείο και από τότε ήμαστε μαζί.

     Ο Γιάννης δε χόρταινε να κοιτάζει την Πηνελόπη, την υπέροχη ξανθιά με τα γκριζοπράσινα μάτια, σε αντίθεση με την Ελένη η οποία δεν έλεγε και πολλά πράγματα εμφανισιακά δηλαδή, γιατί από γνώσεις και ευφράδεια άριστα έπαιρνε.

      Η Πηνελόπη λοιπόν στις πρώτες «αναγνωριστικές» του ματιές, έδειχνε πλάσμα φυσικής και πνευματικής τελειότητας.
«Ασύλληπτης ομορφιάς συστοιχία φεγγαριών.
Ανεπανάληπτες, υπέροχες ανταύγειες, ενός καταπράσινου
γαλήνιου  ωκεανού. 
Ξανθοί καταρράχτες, συμπαντικά ουράνια τόξα.
Όνομα μυθικό, μα και πλάσμα γήινης υποστατής μορφής».

-   Καλησπέρα κορίτσια, πως από εδώ; Τις χαιρέτησε ο Νίκος που μόλις βγήκε βρεγμένος ακόμα από το μπάνιο.
-   Νίκο, έχει έρθει ο αδελφός μου από την Αθήνα, για το Σαββατοκύριακο και θα βγούμε μαζί. Να μη με περιμένεις απόψε και αύριο, στο γνωστό μέρος.
Όσο για την Πηνελόπη, αν θέλει ο Γιάννης, ας κάνουνε μια βόλτα στην παραλία, έτσι να γνωριστούνε αν φυσικά το θέλουν.
-   Θα το ήθελα και θα είναι τιμή μου, ποιος δε θα ήθελε την παρέα μιας υπέροχης κούκλας.
-   Σ’ ευχαριστώ Γιάννη για τα καλά σου λόγια, μα τα παραλές και με κάνεις να ντρέπομαι. 
  
Γνωριμία…

      Αναζήτηση της αλήθειας και της προσωπικής μοίρας.
Ζάλα αυγινά μέσα στη γοητεία του παράδοξου, σε ιδεατούς ουρανούς.
Κι’ όμως συνάντηση στο βυθό μιας αληθινής θάλασσας.
Γνωριμία, ιριδισμός ιδιαίτατων συναισθημάτων.
Απαύγασμα μιας ανώτερης πραγματικότητας.
Απόδραση απ’ το ουράνιο παράθυρο – μαζί – σ’ ένα ταξίδι στο άγνωστο.

Το πρώτο ραντεβού…

      Έχουν περάσει από τότε μέρες, μήνες, ο Γιάννης και η Πηνελόπη είναι ζευγάρι, η πρώτη ανοιξιάτικη βόλτα στην παραλία έμελε να γίνει η αρχή για έναν μεγάλο έρωτα.
Έναν όμως τίμιο έρωτα, οι κόκκινες γραμμές της εποχής εκείνης, μα και η επιθυμία της Πηνελόπης είχαν τηρηθεί από τον Γιάννη.

      Κάτω απ’ το πολύχρωμο πέπλο της έναστρης νύχτας,
σε μια ατέλειωτη, μεθυσμένη από το νέκταρ των θεών, φανταστική ερωτική βραδιά.
Ταξίδι στων αστεριών τις πυραμίδες, στης Ατλαντίδος τα κάστρα, στων φεγγαριών τα δειλινά, στις οάσεις των πεπρωμένων.

     Οι στροφές στην πίστα των άστρων, με τη μουσική αρμονία των φεγγαριών, συνεπαίρνει.
Η ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, διεγείρει τις αισθήσεις.
Το χαμόγελο της, η αρχή ενός ονειρικού, κόσμου.
Ανάλαφρες φιγούρες, σ’ έναν αιθέρα άγνωστων αποχρώσεων.
Στα χέρια του, το απαύγασμα ενός συμπαντικού κόσμου,
η πνοή μιας θεϊκής ζωγραφιάς, το μάλαμα των ουράνιων τόξων.

Έρωτας…

     Επαναστατική ερωτική θύελλα, σ’ έναν αιθέρα πνοής θεϊκής.
Χορός της έκτασης, σκιρτήματα αδάμαστα, στην αγκαλιά ενός υπεραισθητού ονείρου.
Ανθισμένα, υπέρλογα γαλάζια συναισθήματα.

Πολύχρωμες ζωγραφιές

Ένα ποτήρι έρωτα γλυκιά μου με κερνάς
τον κόσμο μου κι’ απόψε κυβερνάς.
Σύννεφα μέθης στη πεδιάδα του μυαλού,
απαλές αρμονίες απ’ τη κιθάρα του τόξου τ’ ουρανού.

Ερωτικές επαναστάσεις στη ψυχή μου αλαλάζουν,
τα μεταξένια τα φιλιά σου, στο στόμα μου καλπάζουν.
Σφιχταγκαλιάσματα χορός των παραισθήσεων,
ανείπωτη κραιπάλη των αισθήσεων.

Χορός της έκτασης σκιρτήματα αδάμαστα,
παιχνίδια της καρδιάς ανάκουστα.
Των ανθισμένων φεγγαριών λουλούδια,
ουρανόπεμπτα των αστεριών τραγούδια.

Στα κύματα του κορμιού σου, χρυσές ανταύγειες παιχνιδίζουν, την κάψα του πόθου, δροσοσταλιές
τ’ αυγερινού ποτίζουν.
Μάτια πετράδια πολύτιμα, του πυρετού της νύχτας που σαλεύουν.
Των αρωμάτων τα φιλιά, ανάσες της αυγής που αναδεύουν.

Πολύχρωμες ζωγραφιές προέλαση της ευτυχίας,
μελίρρυτα μήλα της Εδέμ κλεμμένης αμαρτίας.
Αλάβαστρο άληστο κορμί, ξημέρωμα των αναμνήσεων,
γλυκιά μου Αφροδίτη των θεών, 
της ομορφιάς η πεμπτουσία των αισθήσεων. 

      Το καλοκαίρι αφήνει τη θέση του στο φθινόπωρο, μα για τον Γιάννη και την Πηνελόπη ο χρόνος έχει σταματήσει στη πρώτη μέρα που γνωρίστηκαν, στο πρώτο φιλί.
Το εξοχικό ταβερνάκι της παραλίας με το όνομα «Πρωταπριλιά» είναι πάντα στο ίδιο μέρος, μα και ο κυρ Γιώργης, ο ταβερνιάρης, το φιλαράκι τους όπως έλεγαν, πρόθυμος πάντα να τους εξυπηρετήσει στο δωματιάκι που έβλεπε στη θάλασσα.
Που να βρεθεί χρόνος για φαγητό, τα χείλη τους δεν έλεγαν να αφήσουν το νέκταρ των φιλιών τους κι’ έτσι ο ψημένος στα κάρβουνα κάβουρας έμενε σχεδόν ανέπαφος.
Αργά το βράδυ έφευγαν από την υπέροχη ερωτική φωλιά, με το κατευόδιο του κυρ Γιώργη από το γενναίο φιλοδώρημα να επαναλαμβάνεται άπειρες φορές…

      Όμως, ένα άλυτο σταυρόλεξο ήταν ο Γιάννης, τη λύσει στα μουρμουρίσματα των ανέμων έψαχνε, οι άσοφες ενέργειες, «οι στραβοτιμονιές» ήταν καθημερινές, στο ίσιωμα μα και στα «κατσάβραχα»…

    Μια φορά π.χ. στο τέλος ενός γράμματος του προς τους γονείς του, έγραφε. «Έχετε πολλούς χαιρετισμούς από την αρραβωνιαστικιά μου».
Και σίγουρα οι άνθρωποι τρελάθηκαν.
Μέχρι να τους πείσει πως όλα ήταν ένα αστείο ο πόνος περίσσεψε. 

      Οι μέρες περνούσαν κι’ ο Γιάννης τις Κυριακές, πάντα στο ίδιο μέρος, τα φιλιά της Πηνελόπης του περίμενε, μα και πολλές φορές τη νύχτα, στις πολλές μέρες με ασκήσεις και υπηρεσίες.  

     Η αναρρίχηση στον μαντρότοιχο του στρατοπέδου επικίνδυνη ενέργεια, ώσπου ένα βροχερό βράδυ του στοίχισε είκοσι πέντε μέρες φυλακή.
Και ήταν η πρώτη φορά σ’ ένα κελί, μα και μακριά της.
Με ποιο τρόπο να την ειδοποιήσει; Να της πει ψέματα δηλαδή,  πως θα λείψει δήθεν για υπηρεσία;
Δεν υπήρχε άλλος τρόπος, έπρεπε να βγει κρυφά.
Ένα μεγάλο καρφί και μια πέτρα ήταν αρκετά για να κατασκευάσει κάποιο αντικλείδι. Εύκολη δουλειά για την  παλιά κλειδαριά της πόρτας κι’ έτσι τις νύχτες, τις πέρναγε κάτω από το σπίτι της, στη μικρή αποθήκη με τα καυσόξυλα.

      Μια νύχτα άργησε να επιστρέψει, τον είχε πάρει ο ύπνος στην αγκαλιά της Πηνελόπης του, ίσα που πρόλαβε της φυλακής την πόρτα ν’ ανοίξει.

       Όνειρα έκανε εκείνη, όνειρα κι’ εκείνος, μόνο που τα δικά του ποτέ δεν διάβασε, ούτε και στο φύλλο πορείας για τη μετάθεση στη βόρεια Ελλάδα, έδωσε και μεγάλη σημασία, ανάκατα συναισθήματα, πώς να τα βάλει σε μια τάξει, πρέπει να μάθει ή όχι; Την αγαπούσε πολύ, αυτό ήταν σίγουρο, να την παντρευτεί, ναι το ήθελε, μα πως, πότε;
     Η Πηνελόπη δεν μπορούσε να καταλάβει, στη συζήτηση που έκαναν πολλές φορές, πως υπήρχαν κανόνες, ο γάμος επιτρεπόταν μόνο με την άδεια της υπηρεσίας του Γιάννη, υπό προϋποθέσεις και μετά τη συμπλήρωση του 28ου έτους της ηλικίας.
 
     Και τώρα την ύστατη ώρα, σκέψεις πολλές, τρία χρόνια με την Πηνελόπη του, αναβοσβήνουν στις αναμνήσεις του, φωτιά καίει μέσα του και η ώρα πλησίαζε, το τρένο άρχισε να σφυρίζει ο μαύρος καπνός του, είδη είχε καλύψει το σταθμό. Τερατόμορφο σκοτάδι…

Το τέλος…

      Απόκρυψη. Πλαστό όραμα, σ’ ένα σύμπαν δίχως πνοή.
Φτώχεμα των οραμάτων.
Ξαναγεννιέται και ζωντανεύει το χάος της πολικής νύχτας.
Σκόρπια νεκρά άχρωμα φιλιά στις ερημιές των θυμαριών.
Τα λουλούδια του ονείρου φλέγονται, διαπερνούν διαλύουν τα ουράνια τόξα.
Θάλασσες σκοτεινές με λάμψεις θνητές.
Στα βάραθρα της φωτιάς, αντηχούν τα καυτά δάκρυα του τέλους.

      «Γιάννη μου σε χάνω» ήταν οι πρώτες κραυγές της, τον αγκάλιασε σφιχτά και τα δάκρυα της ποτάμι, κάποιο γνωστό άτομο ίσως να τον είδε και την ειδοποίησε, εξ’ άλλου το σπίτι της, δίπλα από το σταθμό ήταν.

     Το τρένο ξεκινούσε κι’ αυτός με μια απότομη κίνηση έφυγε από τα χέρια της και τρέχοντας ίσα που πρόλαβε στο τρένο να ανέβει.
Από το παράθυρο την έβλεπε που έτρεχε σα να ήθελε το τρένο να προλάβει.

«Ανταριάζει» η σκέψη του.
Αν υπήρχε λέει τρόπος να γυρίσει πίσω να την πάρει μαζί του.
Θάμπωσαν τα μάτια του από τα δάκρυα του, πως μπόρεσα και δεν της είπα την αλήθεια, γιατί θεέ μου;
Έλεγε και ξαναέλεγε μέσα από τα αναφιλητά του.

Δάκρυα χωρισμού…

     Και τώρα μονολογεί μέσα απ’ τα αναφιλητά του…

Ποια μάγισσα μπορεί να ορθωθεί πάνω στη λευκή δύση.
Ποια μενεξεδένια φυλλώματα θα κατέβουν με μια φωτιά ρόδινη, μέσα από τα σύννεφα, ποιος χρησμός θα πει πως δεν είναι αλήθεια, πως είναι μια πλασματική πραγματικότητα.
Ποιες ερινύες θα πουν, πως δεν είναι δίκη στημένη με ψευδομάρτυρα τη ζωή.

     Η Πηνελόπη αδιαφορώντας για τα περίεργα βλέμματα των περαστικών, κάθεται στα σκαλοπάτια του σταθμού. Δεν μπορεί να πιστέψει πως ο μεγάλος έρωτας της ζωής της χάθηκε, έτσι ξαφνικά μέσα στους καπνούς του τρένου..  

     Μετά από σένα…

Μείνε στην αντηλιά την ύστατη, πούλια μη βασιλέψεις.
Την παγωμένη σκιά, με την ανάσα της ελπίδας, να ζεστάνεις.
Της ματιάς τ’ αγρίεμα να μπουνατσάρεις, το γκρίζο δειλινό να γαληνέψεις.
Στη μοναξιά του χρόνου, το λειψό καρδιοχτύπι ας μη περισσέψει.
Μείνε σύννεφο λευκό, μην περάσεις στο κάδρο των αναμνήσεων.

Μετά από σένα, βάτος καιόμενη, πύρινη της ερήμου οιμωγή.
Το σταυροδρόμι των χαμένων ελπίδων.
Η ωκεάνια άβυσσος  της νεκρής ψυχής.
Η επέλαση των αφηνιασμένων οπλών του χρόνου.
Η παραμόρφωση των αισθήσεων.

Μείνε στο εικονοστάσι της προσευχής, το λευκό αγιοκέρι ν’ ανάψει.
Πετράδι ανεκτίμητο, πεφταστέρι τ’ ουρανού,
μη χαθείς στα θολά συμπαντικά περάσματα, 
στα σταυροδρόμια των άυλων κόσμων.
Μείνε στις ζωγραφιές των παρθένων στιγμών.

Μετά από σένα, άνυδρα όνειρα, γκρίζες οι ριπές των ματιών, σκοτάδι στους σταθμούς της ψυχής, επώδυνες οι αρρυθμίες της καρδιάς.
Φλεγόμενα ακρογιάλια, λαίλαπας το χάδι της ζωής.
Οι σταθμοί των άστρων, καταποντισμένα περάσματα.

Άγνωστος τόπος, το κρύο διαπερνά και τα όνειρα της νύχτας και η Πηνελόπη του είναι πολύ μακριά…

      Η πρώτη του δουλειά, το ίδιο βράδυ που έφτασε στην καινούργια του μονάδα, ήταν να της στείλει το πρώτο του γράμμα.
Πολλές σελίδες γεμάτες αγάπη που της εξηγούσε τα πάντα.

     Τον ταχυδρόμο της μονάδας του περίμενα στην πύλη του στρατοπέδου τις επόμενες μέρες, μέχρι να πάρει το γράμμα της, το γράμμα της που ήταν γεμάτο αγάπη.
Θα τον περίμενε όσα χρόνια κι’ αν περνούσαν.

     Στο επόμενο γράμμα του, ο Γιάννης της έγραφε πως με την πρώτη άδεια που θα έπαιρνε θα πήγαινε κοντά της.
Όμως απάντηση ποτέ δεν πήρε.

     Πέρασε κοντά ένας μήνας, κάθε μέρα και ένα γράμμα της έστελνε, που όμως ποτέ απάντηση δεν πήρε…
Ποτέ δεν έμαθε γι’ αυτή κάτι; Ποιος ήταν ο λόγος που δεν απάντησε στα γράμματα του.
  
Άδικο είναι,
απ’ της ζωής μου το τρένο να λείψεις,
στην άδεια τη θέση,
για σένα που είχα κρατήσει,
να φανείς, να γυρίσεις. 
Τα ίχνη σου αναζητώ,
σε ερήμους και κάστρα, 
στης προσευχής μου τα άστρα.
Η μορφή σου, κρυμμένη στα όνειρα μου,
σε περιμένει χαρά μου,
στης ζωής μου το τώρα,
στη γυμνή ώρα,
που έχει νυχτώσει χαρά μου
κι’ είμαι χειμώνας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.