Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!! (8)




    
                    8

 
                                               «Αλεξάνδρα»



 

      Η καινούργια μονάδα του Γιάννη ήταν μακριά από κάποιο αστικό κέντρο. 
Η μόνη του παρέα ο Αντρέας ο συνάδελφος του, μα και  παρηγοριά το ένα και μοναδικό ερωτικό γράμμα της Πηνελόπης.
  
Ανάμνηση…

Κι’ αν πέρασαν μέρες σκοτεινές, ατέλειωτες, ξέρω πως για να δε δω, από τη φυλακή του χρόνου ν’ αποδράσω δεν μπορώ.
Η σκέψη μου διαπερνά τη γη, τους ουρανούς, τις θάλασσες,
Να βρω χνάρια που άφησαν τα δάκρυα σου.
Να νιώσω της ανάσας σου το χάδι.
Ν’ αφουγκραστώ τους χτύπους της καρδιάς σου.
Στους ποταμούς της σκέψης σου να βρω αναπολήματα
κι’ από του χρόνου τα φτερά να ξεπεζέψω, να το μπορούσα ομορφιά μου να παλέψω, να μπω στην καταπράσινη ματιά σου, να κλέψω όπως τότε τη φωτιά σου, στην αύρα του κορμιού σου να λουστώ και να σου πω.
Εγώ χαρά μου και στα χιόνια σ’ αγαπώ.

     Μα και η Πηνελόπη, δεν έβγαινε πλέον έξω. Από τη σχολή κομμωτικής που φοιτούσε,  κατευθείαν στο σπίτι της θείας της, της αδελφή της μητέρας της που τη φιλοξενούσε μέχρι να τελειώσει το σχολείο.
Δεν μπορούσε να ξεχάσει τον μεγάλο της έρωτα, πως μπόρεσε τόσο γρήγορα να την ξεχάσει, δεν μπορεί κάτι σοβαρό σίγουρα συνέβη, δεν είναι δυνατό, ήταν σίγουρη πως ο Γιάννης την αγαπούσε…

     Επτά Ιανουαρίου γιορτή του αη Γιάννη. Ένας κοινός τους φίλος γιόρταζε, το πατρικό του σπίτι ήταν στην πόλη, την πρωτεύουσα του νομού.
Καλεσμένοι λοιπόν, ο Γιάννης και ο Αντρέας, έφτασαν αργά το βράδυ. Χειμωνιάτικη νύχτα, νιφάδες χιονιού άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους.
Πολλές όμορφες παρουσίες στο σπίτι του φίλου τους. Αδελφές, ξαδέλφες, γειτόνισσες.
Τη μελαχρινή ξαδέλφη του φίλου του, την Αλεξάνδρα είχε βάλει στο «μάτι» ο Γιάννης, «ένα μελανούρι που ευχαρίστως θα ψάρευε ο καθ’ ένας».
Μα κι’ εκείνη έδειχνε να της αρέσει το «φλερτ» του.
Όμως πώς να πλησιάσει ο ένας τον άλλο, δεν υπήρχε τρόπος, μέχρι που οι κουβέντες άφησαν τη θέση τους στο ταγκό.
Πλησίασε το στόμα του στο αυτί της.

-     Χορεύεται; Τι ρώτησε σιγανά, σαν να μην ήθελε να τον ακούσουν…
-     Ναι του απάντησε αυθόρμητα κι’ εκείνη.

«Χορός κάτω απ’ το πολύχρωμο πέπλο της ζωής.
Μεθυσμένη ερωτική βραδιά, με το νέκταρ των θεών.
Οι στροφές στην πίστα των άστρων, με τη μουσική αρμονία των φεγγαριών, συνεπαίρνει.
Η ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, διεγείρει τις αισθήσεις.
Το χαμόγελο της, η αρχή ενός ονειρικού, φανταστικού κόσμου.»

«Ανάλαφρες φιγούρες, σ’ έναν αιθέρα άγνωστων αποχρώσεων.
Το απαύγασμα ενός συμπαντικού κόσμου, η πνοή μιας
θεϊκής ζωγραφιάς, το μάλαμα των ουράνιων τόξων.
Μελωδικά ακόρντα στην πλημμυρίδα του χρόνου, ερωτοτροπούν με τις ρίμες της εσπερίδας μου.»

Στο ρολόι των πεπρωμένων.
Δύσκολο να μετρήσεις τ’ άστρα, χάνεσαι στις εξισώσεις μιας πραγματικότητας. 
Φινάλε στα δαιδαλώδη τούνελ των μοιραίων στιγμών, στο λυχνόφεγγο της ζωής.»
    
-  Πιστεύεις στον κεραυνοβόλο έρωτα; τη ρώτησε κάποια στιγμή.
-  Όχι του απάντησε εκείνη, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της.
-  Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου; Τι ρώτησε αυτή τη φορά.
Έτσι χωρίς να το σκεφτεί. Πριν από μια ώρα περίπου, την είχε γνωρίσει κι’ όμως.
Εκείνη γύρισε απότομα το κεφάλι της, τον κοίταξε στα μάτια.
-  Ναι, θέλω του είπε.
Από εκείνη τη στιγμή η Πηνελόπη είχε χαθεί προσωρινά από τη μνήμη του.
Έτσι κι’ αλλιώς εκείνη τον ξέχασε. Εδώ και τρεις μήνες δεν απάντησε ποτέ στα γράμματα του. Ίσως να βρήκε άλλη παρέα σκεφτόταν, μα πάλι δεν ήθελε να το πιστέψει. Όμως «Μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται».

     Οι μέρες περνούσαν κι’ ο Γιάννης έμενε τον περισσότερο χρόνο δίχως χρήματα. Τα λίγα που έπαιρνε έφευγαν στα ταξί, δεν υπήρχε άλλος τρόπος, τα φιλιά της μελαχρινής αγαπημένης του, τον περίμεναν.
Τα Σαββατοκύριακα που τον έχανες που τον έβρισκες, στην Αλεξάνδρα του φυσικά. Σε ένα παγκάκι κοιμήθηκε κάποιο σαββατόβραδο, που να πάει χωρίς δεκάρα; Στο σπίτι της Αλεξάνδρας  βέβαια, ούτε λόγος, ήταν νωρίς ακόμα. 

     Παρά τις αντιρρήσεις  γνωστών και φίλων, μακριά από τους γονείς του, την αγαπημένη του αδελφή, αυτός είχε «πάρει φόρα» για τον γκρεμό, που δυστυχώς δεν έβλεπε.
Παντρεύτηκε μια Τρίτη, δίχως επισημότητες, κρυφά, που όμως δεν άργησε να μαθευτεί. Τώρα έπρεπε να αντιμετωπίσει της συνέπειες, από την άσοφη ενέργεια του.

     Η τύχη όμως ήταν με το μέρος του. Κάποιος θείος της Αλεξάνδρας ήταν εκείνο το χρόνο σε μεγάλη κυβερνητική θέση, με τέτοιο «μέσο» λοιπόν, ήταν εύκολο να περάσουν χωρίς συνέπειες τα (κατορθώματα) του.

     Τα χρόνια πέρασαν, δημιούργησε περιουσία μα και μια καλή οικογένεια.
Τα δυο παιδιά του σε μεγάλες θέσεις, που ο καθ’ ένας θα ζήλευε.
     Η Πηνελόπη όμως είχε αφήσει σκιές από το άρωμα της στα όνειρα του, ποτέ δεν την ξέχασε. Ίσως να έπαιξε ρόλο και η συμπεριφορά της Αλεξάνδρας, η λέξη «μου» ήταν άγνωστη σ’ αυτήν, ποτέ, μα ποτέ δεν βγήκε από τα χείλη της.
Και τώρα, ύστερα από σαράντα χρόνια, νιώθει την αύρα των φιλιών της και είναι όμορφη, όπως τότε, έστω και με τις βαθιές ρυτίδες που ο χρόνος άθελα της, χάραξε.

Αλήθεια, τι παράξενα παιχνίδια που μας παίζει η μοίρα καμιά φορά.
Ένα χρόνο μετά την αναχώρηση του Γιάννη, ο Απόστολος βρέθηκε με μετάθεση στην ίδια πόλη, στην ίδια μονάδα που ο Γιάννης υπηρέτησε κοντά τέσσερα χρόνια.

     Ήταν Κυριακή πρωί, στην εκκλησία ο Απόστολος είχε οδηγήσει τμήμα φαντάρων όπως γινόταν τα χρόνια εκείνα.
     Η Πηνελόπη ήταν εκεί, στην πτέρυγα των γυναικών και  δεν έφυγε στιγμή από τα μάτια του Απόστολου. Του έκανε εντύπωση η στάση της, η προσευχή, ο σταυρός και στο τέλος η θεία μετάληψη που με ευλάβεια πήρε.
Την ακολούθησε για να την οδηγήσει αργότερα στα σκαλιά της εκκλησίας.

     Ήρθε η ώρα που η ορχήστρα από το ζεϊμπέκικο της «ευδοκίας» πέρασε στο αισθησιακό ταγκό.

-  Απόστολε, μου επιτρέπεις να χορέψω με την Πηνελόπη σου;
-  Και το ρωτάς Γιάννη.
-  Χορεύετε κυρία μου; Είπε στην Πηνελόπη (του) ο Γιάννης.
Η Πηνελόπη όμως δεν απάντησε, σηκώθηκε με αργές κινήσεις για να ξανά’ αγκαλιάσει ύστερα από τριάντα χρόνια τον άνθρωπο που αγάπησε αληθινά.

-  Γιατί δεν μου είπες την αλήθεια τότε, παρά με άφησες να υποφέρω, τριάντα γράμματα σου έστειλα, ένα κάθε μέρα και καμιά σου απάντηση δεν πήρα. Γιατί;
Σε έψαξα μα δε σε βρήκα, χάθηκες… Που πήγες;
Τι έφταιξε; Γιατί Πηνελόπη μου;

-  Γιάννη μου, δεν έπαψα ποτέ να σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ και τώρα και πάντα.
Τα δάκρυα μου ήταν πολλά, τόσα που οι πηγές τους στέρεψαν στο τέλος.
Τα γράμματα σου, δεν τα διάβασα ποτέ, μα ούτε και τα δικά μου σίγουρα δεν πήρες.
Η θεία μου λίγο πριν πεθάνει μου ζήτησε να την συγχωρήσω για το κακό που μου έκανε. Ήθελε να με παντρέψει με κάποιον ανιψιό της από τον άντρα της και έτσι έσκιζε τα γράμματα σου.
Μα και τα δικά μου που πάντα άφηνα στην ξαδέλφη μου να τα ταχυδρομήσει, την εξανάγκασε να της τα παραδίδει.
Τώρα έμαθες την αλήθεια, θα με συγχωρήσεις;
-   Ναι χαρά μου, σκούπισε το δάκρυ σου, ο πόνος ας μείνει μόνο σε εμάς, οι άλλοι δεν φταίνε και δεν πρέπει ποτέ να μάθουν, εμάς διάλεξε η μοίρα να χτυπήσει…

     Όμως σ’ αυτόν το χορό τον τελευταίο, άσε ομορφιά μου για λίγο την ανάσα σου να νιώσω, να μετρήσω όπως τότε της καρδιάς σου τους χτύπους και να σου πω, πως ακόμα σ’ αγαπώ… και θα σ’ αγαπώ παντοτινά, πιστός στον όρκο που είχαμε κάνει την πρώτη μέρα, την ανοιξιάτικη…

Άσε το χρώμα των ματιών σου να χαϊδέψω,
να τρέξω στη πεδιάδα του δικού σου ουρανού,
στα σύννεφα τα άλικα του νου
κι’ από του χρόνου τα φτερά να ξεπεζέψω.

Άσε για λίγο την ανάσα σου ν’ αφουγκραστώ,
τους χτύπους της καρδιάς σου να μετρήσω,
απ’ το τραγούδι το παλιό τους να μεθύσω,
στ’ ανάλαφρα τα μεταξένια τα φιλιά σου να λουστώ.

Άσε στη θάλασσα της σκέψης σου να βρω αναπολήματα,
να ταξιδέψω σ’ ένα όνειρο χαρούμενων στιγμών,
καινούργιο θέμα σε μια έκθεση ιδεών,
να ξαναγράψω ένα βαλς στου Δούναβη τα κύματα.

Άσε τα μάτια μου στα μάτια σου να μπουν να ταξιδέψουν,
απ’ τις ερήμους της θλίψης να ξεφύγουν κι’ απ’ τα χιόνια,
μ’ ονειρικά ακόρντα, πρίμο σεκόντο απ’ τ’ αηδόνια,
στα χρυσοκίτρινα τα φύλλα του Σεπτέμβρη να χορέψουν.

Άσε το δάκρυ του κορμιού σου να φιλήσω,
των φεγγαριών την ανθισμένη γλύκα να γευτώ,
σ’ ένα ταγκό στη σιγαλιά της αγκαλιάς σου ν’ αφεθώ.
με της χαβάγιας τη γλυκόλαλη πενιά να σου μιλήσω
και να σου πω, εγώ χαρά μου και στα χιόνια σ’ αγαπώ…

-     Γιάννη μου δεν μπορώ άλλο, απόψε μην έρθεις στα
όνειρα μου, άσε την καρδιά μου και πάλι να κλάψει,
το δάκρυ της με πόνο να κυλήσει,
τα όνειρά μου με αλμύρα να ποτίσει,
να βρει λασπόνερα την πίκρα μου να πνίξει.
Σ’ αγαπώ… και θα σ’ αγαπώ και πέρα απ’ τον σταθμό τον τελαυταίο…
                           

     Όμως δεν θα πρέπει στο μέλλον να βρεθούν ποτέ μαζί, δεν ξέρει κανείς ως που μπορεί να φτάσει μια σπίθα φωτιάς, αν ο άνεμος διώξει τη στάχτη, έστω και τον χειμώνα.
     Ο Γιάννης όμως και η Πηνελόπη άραγε, το ξέρουν;
Σίγουρα ναι. Οι δυο φίλοι πρέπει να παραμείνουν και θα παραμείνουν φίλοι…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.