Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!! (9)





  
  
                        9

                                                       «Πεπρωμένο»
  
 
 
      Περασμένα μεσάνυχτα ο Γιάννης είχε χορέψει με την Αλεξάνδρα δυο φορές και της ζητούσε για άλλη μια φορά, το τελευταίο ταγκό λίγο πριν αναχωρήσουν για τη μονάδα τους, όπου να’ ναι το ταξί θα έφτανε όπως είχαν συμφωνήσει.
-   Θα έρθω την Κυριακή το βραδάκι να σε δω, που θα σε βρω; Τη ρώτησε σφίγγοντάς την πιο πολύ επάνω του.
-   Στην πλατεία, το βράδυ, του απάντησε αδιάφορα εκείνη.
Ήταν σαν να μην τον πίστευε, που όμως αυτός δεν άφηνε τη «λαμαρίνα» από τα δόντια του, μεγάλο «κόλλημα» δηλαδή.
Κι’ η Πηνελόπη του; Προς το παρόν αδικαιολογήτως απούσα.

     Οι πεταλούδες του χιονιού δεν έλεγαν να σταματήσουν,
σ’ όλη τη διαδρομή για τη μονάδα του, τη μορφή της Πηνελόπης του έβλεπε πάνω στα λευκά φτερά τους. Θαρρείς και του έλεγαν γιατί; Γιατί με ξέχασες;  
Δεν υπάρχω, χωρίς εσένα…
  

Χωρίς εσένα…

Μιά σου εικόνα, μιά παραίσθηση απατηλή,
στου στεναγμού μου έγειρε την κοίτη,
μορφή εξαίσια μ’ απόκοσμη, θολή,
χάνεται στ’ αμυδρό, το φως τ’ αποσπερίτη.

Χωρίς το γέλιο σου θλιμμένες Κυριακές,
τους στίχους μου να σου διαβάσω δε σ’ ακούσης,
δίχως το χάδι της ματιάς σου ακεφιές,
βράδια ανέραστα, της Μπελ Επόκ απούσης.

Ρωγμές στα όνειρα που σμίλεψα για σένα,
λαχτάρα εξαίσια και διάφανη ηδονή,
χνάρια στο χρόνο σκόρπια, αφημένα,
για το χαμόγελο μιας μέρας, προσμονή.

Ν’  αφουγκραστώ, να το μπορούσα την πνοή σου,
να πιώ ανταύγειες της μορφής σου πριν χαθώ,
αμπαρωμένα τα περάσματα του παραδείσου,
όνειρο διαβατάρικο, άσε στη θύμηση σου ν’ αφεθώ.

Μερεμετίζω λόγια να σου στείλω πικραμένα,
λόγια που θα’ θελε η καρδιά μου να σου πει,
απ’ της ζωής τον άγριο δρόλαπα κρυμμένα,
να ταξιδέψουν στη βαθιά σου σιωπή.


     Εκείνος όμως τη σκέψη του έδιωχνε ή προσπαθούσε
να διώξει, η μελαχρινή Αλεξάνδρα ήταν ο αποψινός, ο καινούργιος του έρωτας και μάλιστα, η μέλλουσα γυναίκα του.

     Η Κυριακή δεν άργησε να έρθει, σε λίγο το τελευταίο βραδινό λεωφορείο θα πέρναγε λίγο πιο κάτω από τη μονάδα του, θα έπρεπε να κατέβει μετά από πέντε περίπου χιλιόμετρα για να πάρει το άλλο, αυτό που θα τον πήγαινε στην Αλεξάνδρα του, τριάντα χιλιόμετρα ήταν και το εισιτήριο ακριβό για την τσέπη του Γιάννη, ελάχιστα χρήματα του είχαν μείνει και η επόμενη μισθοδοσία, ήταν πολύ αργά.

      Ελάχιστος κόσμος στην πλατεία, ο βοριάς αγριεμένος δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για βόλτα. Η Αλεξάνδρα όμως ήταν εκεί, δηλαδή μέσα στο ζαχαροπλαστείο της πλατείας παρέα με μια φίλη της.

      Καλησπέρα κορίτσια είπε ο Γιάννης πλησιάζοντας το τραπέζι τους, τι κάνεις Αλεξάνδρα; τη ρώτησε, εκείνη τον κοίταξε λες και τον γνώριζε χρόνια, καλά είμαι του απάντησε, μέχρι εκεί όμως, καμιά άλλη κίνηση, έλειπε το γυναικείο νάζι, το ερωτικό χαμόγελο, πριν λίγες μέρες της ζήτησε να γίνει γυναίκα του κι’ εκείνη του είπε ναι.
Η φίλη της Αλεξάνδρας σηκώθηκε, τους χαιρέτησε και έφυγε, σας αφήνω είπε να τα πείτε. 

      Ο Γιάννης κάθισε δίπλα της, την κοίταξε στα μάτια, ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς του να αυξάνουν συχνότητα.
-   Αλεξάνδρα, μήπως μετάνιωσες; Γιατί είσαι λίγο απόμακρη να το πω έτσι, σε λίγο καιρό θα παντρευτούμε, άλλαξε κάτι.
-   Όχι μα εδώ με γνωρίζουν δεν θέλω να μας δουν, είναι νωρίς ακόμα.
-   Τότε σε ποιον πρέπει να μιλήσω;
-   Στην αδελφή μου, είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη μου. Πατέρα δεν έχω που ίσως να το γνωρίζεις.
-   Ναι το ξέρω, τότε θα μιλήσω στην αδελφή σου, να πούμε για το επόμενο Σάββατο το βράδυ; και που; εδώ στην πλατεία καλά είναι;
-   Ναι, εδώ στο ζαχαροπλαστείο, θα προσπαθήσω να την πείσω να έρθει.
-   Να σε πάω στο σπίτι σου; έτσι που να μας δοθεί και ο χρόνος να μιλήσουμε για τα μελλοντικά μας σχέδια.
-   Ναι, όμως με κάποια απόσταση μεταξύ μας, ο κόσμος είναι κακός.

     Έφτασαν λοιπόν στην αυλή του σπιτιού της Αλεξάνδρας, ανύπαρκτος σχεδόν ο φωτισμός, ότι έπρεπε δηλαδή για ένα φιλί, μα που όμως η Αλεξάνδρα φαινόταν απόμακρη.
Η επιμονή όμως του Γιάννη έφερε αποτέλεσμα και ήταν το πρώτο φιλί από τα πολλά που θα ακολουθούσουν.

     Περασμένη ποια η ώρα, η Αλεξάνδρα του είπε.
-   Ξέρεις μου χρειάζονται ορισμένα χρήματα μπορείς να με εξυπηρετήσεις;
Παραξενεύτηκε ο Γιάννης, δεν το περίμενε.
Τα χρήματα που είχε στην τσέπη του, ήταν όλα κι’ όλα διακόσιες δέκα δραχμές, που όμως έπρεπε να πληρώσει το ταξί, εκατόν δέκα δραχμές, συνήθως του ζητούσε ο γνωστός πλέον οδηγός ταξί.
Της έδωσε λοιπόν τις εκατό δραχμές και έτσι σίγουρα την επόμενη ημέρα «τράκα» για τσιγάρα θα έκανε.
Ένα φιλί ακόμα για το καληνύχτα και έφυγε με ένα σωρό σκέψεις, ήταν λογικό, να του ζητήσει χρήματα;
Ακόμα χθες γνωρίστηκαν.
Όμως αυτές ήταν λεπτομέρειες, αυτός είχε στο μυαλό του, το γάμο με την Αλεξάνδρα.

     Δευτέρα πρωί και η πρώτη αίτηση για προκαταβολή. Κάπνισε το πρώτο τσιγάρο, αγορασμένο όμως με χρήματα που ήταν για την επόμενη μισθοδοσία.
Έπρεπε να κάνει οικονομία, πως όμως; Δεν υπήρχε άλλο μεταφορικό μέσον παρά μονάχα το ταξί και η επόμενη Κυριακή δεν άργησε να έρθει, μέτρησε τα χρήματα του, θα του έμεναν και λίγα μέχρι το τέλος του μήνα, που θα επισκεπτόταν το ταμείο της μονάδας του.

     Η κουβέντα με την αδελφή της Αλεξάνδρας μια χαρά πήγε, η κοπέλα δεν είχε καμιά αντίρρηση, θα έπρεπε μονάχα ο γάμος να γίνει το συντομότερο…
Μέχρι να φτάσουν στο σπίτι η αδελφή της Αλεξάνδρας ρώταγε τον Γιάννη για εκείνον, τη δουλειά του και τέλος πάντων κάτι είχε να πει και να ρωτήσει, σε αντίθεση με την Αλεξάνδρα που σχεδόν μιλιά δεν έβγαλε.
Όμως έμεινε για λίγο στην αυλή με τον Γιάννη, που εκείνος βέβαια το περίμενε πως και πως, ένα φιλί που στην αρχή λίγο κόπο ήθελε όπως και την πρώτη φορά.

     Πέρασε η ώρα και η αδελφή της τη φώναξε, την περίμενε.
Καληνύχτα Αλεξάνδρα μου, της είπε ο Γιάννης, μα εκείνη αντί για καληνύχτα χρήματα του ζήτησε.
Τρελάθηκε, δεν είναι δυνατόν, κάτι δεν πάει καλά εδώ σκέφτηκε.
Όμως της έδωσε πάλι εκατό δραχμές.
Ο άνθρωπος δηλαδή ήταν αλλού, γιατί δεν της είπε πως τα χρήματα του ήταν για το ξενοδοχείο και για την επιστροφή την επομένη στη μονάδα του; Ήθελε να της δείξει πως έχει χρήματα; Ίσως.

     Ένα ήταν όμως σίγουρο, πως έπρεπε σε κάποιο παγκάκι να περάσει τη νύχτα του, όπως και έγινε. Ευτυχώς ο καιρός τον λυπήθηκε, με το μέρος του ήταν.
Το κεφάλι του όμως πάει να σπάσει από τον πόνο και δε φτάνει αυτό και το κρύο, τον πλησίασε και κάποιος ανώμαλος, είδε κι’ έπαθε να τον διώξει.
Ξημέρωμα, κάποιο μαγαζί που πρόσφερε για τους ξενύχτηδες πατσά βρήκε, δυο μερίδες έφαγε για να συνέλθει από την πείνα και το κρύο.

     Η μέρα πέρασε προσπαθώντας να δει την Αλεξάνδρα του, να της μιλήσει, ώσπου το κατάφερε.
Είχε να της πει πολλά, της πρότεινε μάλιστα να έρθει εκείνη την μεθεπόμενη Κυριακή σ’ ένα στάδιο κοντά στη μονάδα του που όπως της είπε, θα τον βραβεύσουν για κάποιο άθλημα που αρίστευσε και που αρκετός κόσμος θα ήταν εκεί να παρακολουθήσει τη γιορτή, με επιδείξεις κλπ.
Εκείνη όμως δεν έδειξε καμιά προθυμία, κανένα μπράβο εκ μέρους της.
Παπούτσια δεν έχω του είπε, πώς να έρθω;
Άλλο πάλι κι’ αυτό…
Η συμπεριφορά της δεν του άρεσε, μα ο έρωτας τον είχε καίρια χτυπήσει με το βέλος του και δεν έβλεπε, απουσίαζε το «μου» έλειπε και αυτή η «γυαλάδα» των ερωτευμένων ματιών.   
Τέλος πάντων, την επόμενη Κυριακή με ένα πολύ όμορφο ζευγάρι γόβες την περίμενε εκεί κοντά στο σπίτι της.
Τα φόρεσε, φαίνεται πως της άρεσαν, έτσι τουλάχιστον έδειχνε.
-     Λοιπόν να σε περιμένω την Κυριακή;
-     Ίσως να έρθω, αν καταφέρω να πείσω την αδελφή μου και να έρθουμε μαζί.

     Αυτή τη φορά έφυγε νωρίς με το λεωφορείο της γραμμής, τα χρήματα του δεν έφταναν για την πολυτέλεια του ταξί. Βέβαια του έλειψαν τα φιλιά της Αλεξάνδρας, αλλά δεν γινόταν κι’ αλλιώς.

     Ο Γιάννης ξάπλωσε στο κρεβάτι του νωρίς, ξενύχτης ήταν μα και κουρασμένος, όμως δεν έλεγε να τον πάρει ο ύπνος, οπότε κουβέντα έπιασε με τον «μορφέα» σε κάποιον έπρεπε να μιλήσει, η συμπεριφορά της Αλεξάνδρας δεν ήταν αυτή που ο Γιάννης ήθελε, έλειπαν ας πούμε τα γλυκόλογα, έστω ένα χάδι, έστω ένα «μου»

     Περασμένη πια η ώρα την γλυκιά του Πηνελόπη βρήκε να τον περιμένει στο σαλόνι των αναμνήσεων μα και στη συνέχεια στα όνειρα του…

     Την ημέρα των επιδείξεων πολύς κόσμος είχε φτάσει στο στάδιο, μάλιστα πολλοί είχαν έρθει από μακριά, άλλοι τα παιδιά τους, που υπηρετούσαν για να δουν και άλλοι τους φίλους τους, μα και πολλοί ήταν από τη γύρω περιοχή.

     Ο Γιάννης την μελαχρινή του Αλεξάνδρα περίμενε να δει να φτάνει με κάποιο λεωφορείο, που επί τέλους λίγο πριν αρχίσει η γιορτή φάνηκε παρέα με την αδελφή της και μια ακόμα φίλη τους.
Τους καλωσόρισε λοιπόν ο Γιάννης και έφυγε αφού στη μονάδα του έπρεπε να είναι παρόν, κάποιο κύπελλο έπρεπε να πάρει, λόγω της επίδοσης του, σε σκοπευτικούς αγώνες.

    Πέρασε η ώρα τέλειωσαν και οι επιδείξεις.
Καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να κρατήσει το Γιάννη, στην Αλεξάνδρα του έτρεξε.
Συγχαρητήρια του είπε η αδελφή της μα και πολλά  μπράβο η φίλη τους, εκείνη όμως «πέρα βρέχει» τέλος πάντων, λίγο πριν φύγουν, ο Γιάννης με κάποιο «σύρμα» μέτρα πήρε από το δάχτυλο της, για τις βέρες δηλαδή, αυτός το μυαλό του στο γάμο…  η μαύρη τρύπα στον θόλο του μυαλού του τον περίμενε.

     Απρίλιος, μεγάλη Πέμπτη, ο φίλος του ο Ανδρέας θα πήγαινε σε κάποια στάνη που ήταν εκεί κοντά στο στρατόπεδο για να αγοράσει ένα αρνάκι, δώρο στην κοπέλα του, που έμενε στην άλλη πόλη, πολύ πιο κοντά από την πόλη της Αλεξάνδρας.

     Τι το ήθελε κι’ αυτός; Του έβαλε ιδέα στο μυαλό, εντύπωση θα έκανε στην Αλεξάνδρα του και έτσι δεν έχασε καιρό.
Στο λεωφορείο με ένα ζωντανό αρνάκι, η αλήθεια είναι πως δεν αισθανόταν και καλά, οι περίεργες ματιές των επιβατών τον έκαναν να ντρέπεται.

     Αργά το βράδυ έφτασε στο σπίτι της Αλεξάνδρας, πρώτη φορά έβλεπε τον Γιάννη η μητέρα της Αλεξάνδρας και βέβαια εντυπωσιάστηκαν με την ενέργεια του.
Ο χρόνος όμως που είχε στη διάθεση του ήταν λίγος, έπρεπε οπωσδήποτε να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο. Αφού τους ευχήθηκε καλή ανάσταση έφυγε με την Αλεξάνδρα μόνη της αυτή τη φορά να τον ακολουθεί μέχρι το σταθμό. Βέβαια περάσανε μέσα από στενά και έτσι ο Γιάννης θα είχε παρέα στη διαδρομή την αύρα από τα φιλιά της Αλεξάνδρας του.

     Ήρθε ο Ιούνιος, το καλοκαίρι αυτό θα έμελε να σημαδέψει τη ζωή του για πάντα.
Τριάντα ημέρες κανονική άδεια, όλη όση δικαιούταν το χρόνο, τόση για να φτάσει να σκορπίσει πόνο και δάκρυα, στους γονείς του, στην αδελφή του, στους φίλους του, μα και περιπέτειες για τον ίδιο.
Καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να του ανακόψει την πορεία για το τεράστιο λάθος του, το άλμα της φωτιάς για το άγνωστο είχε αρχίσει.
       
-   Καλημέρα πάτερ Νικόλαε
-   Καλημέρα Γιάννη, με άδεια είσαι;,
-   Ναι λίγες μέρες, ήρθα να δω τους δικούς μου, όμως με την ευκαιρία θέλω να σας ρωτήσω, για να βγει μια άδεια γάμου τι χρειάζεται;
-   Έλα πάμε στο γραφείο μου και θα σου πω.
     Αυτός λοιπόν ο ιερωμένος αντί να μου πει πως, δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια γάμου γιατί λόγω ηλικίας δεν το επιτρέπει η υπηρεσία στην οποία υπηρετώ, έκανε τα πάντα για το αντίθετο, τα πάντα.
-   Πεταλίδα μου, με ακούς;
-   Ναι Γιάννη μου, σ’ ακούω και διαβάζω. Μα στο γιατί μου, απάντηση δεν βρίσκω…
Πόσο μίσος λοιπόν αυτός ο παπάς, μπορούσε και έκρυβε μέσα του; Είχα μάθει πως πριν γίνει ιερέας, δικαστικός ήταν, επαγγέλματα δηλαδή που καμιά σχέση δεν έχουν το ένα με το άλλο.
     Θα χρειαστούν ορισμένα χρήματα μου είπε κι’ εγώ δεν είχα έστω μια δεκάρα, οπότε στη μητέρα μου πήγα, που τελικά της πήρα τις λίγες οικονομίες που είχε κι’ αυτός με περίμενε στο γραφείο του, σίγουρα γνώριζε πως ο γάμος αυτός θα έφερνε καταστροφή…

-   Γιάννη μου μη συνεχίζεις, πόνεσε η καρδιά μου…
-   Και το χειρότερο Πεταλίδα μου δεν το έμαθες ακόμα.
-   Τι άλλο θα μπορούσε να είναι χειρότερο Γιάννη μου;

     Αφού λοιπόν πήρα από τη μητέρα μου αυτά τα λίγα χρήματα, που σίγουρα δεν είχε άλλα και τα έδωσα για το πιστοποιητικό γάμου, χωρίς η καημένη να ξέρει γιατί τα ήθελα, έκανα και το άλλο, αυτό που στο μυαλό μου είχα σχεδιάσει, δηλαδή πως τάχα από την αποθήκη της μονάδας μου που εγώ ήμουνα υπεύθυνος, έλειψαν κάτι είδη και θα έπρεπε να τα πληρώσω, κάπου πεντακόσιες δραχμές. 
Τον πόνο στα μάτια τους διέκρινα, καμιά λέξη όμως δεν είπαν για λίγα λεπτά, παρά μόνο πως συμφώνησαν να πουλήσουν το λάδι που είχαν στο βαρέλι της αποθήκης και να μου δώσουν τα χρήματα όπως και έγινε.
-   Γλυκιά μου πεταλίδα δεν θα πεις κάτι;
-   Όχι Γιάννη μου, δεν υπάρχουν λέξεις, που να ψάξω να τις βρω… Γιατί Γιάννη μου;

-   Πεταλίδα μου, ποτέ δεν συγχώρησα τον εαυτό μου για το μεγάλο, το μη αναστρέψιμο λάθος μου.
Ποιος μπορούσε να διαβάσει, της λογικής το βουλωμένο γράμμα, στην απειρία του χρόνου;   

     Ερινύες έχουν φωλιάσει από τότε μέσα μου, κάθε φορά που της θύμησης μου το πλατύσκαλο περνάω, νιώθω τα δυνατά τους ραπίσματα.
Πως μπόρεσα; Γιατί θεέ μου…
Για τον πόνο που άφησα στα αγαπημένα μου πρόσωπα, γράφω και ξαναγράφω, λες και η ποίηση μπορεί να γιάνει τις καρδιές και πέρα από το σταυροδρόμι της ζωής.

Να’ χα τη δύναμη το χρόνο να λυγίσω,
σ’ αυτούς που πόνεσα τα δάκρυα να σβήσω.
Να βρω αν έδωσα χαρά να την ποτίσω,
ένα χαμόγελο να βρω να τους χαρίσω…

     Πέρασαν τέσσερις μέρες όταν ο ιερέας με είδε στο καφενείο και με φώναξε.
Ορίστε μου λέει τη βεβαίωση της μητρόπολης, η άδεια γάμου υπολείπεται, η οποία θα εκδοθεί από τη μητρόπολη της περιοχής όπου θα τελεστεί ο γάμος… 
Χάρηκα πολύ και την ίδια μέρα ταχυδρόμησα με συστημένο γράμμα στην Αλεξάνδρα τη βεβαίωση, λέγοντας της, να κάνει κι’ εκείνη το ίδιο από το δικό της δημαρχείο.

     Έφυγα τις επόμενες ημέρες από το χωριό μου αποχαιρετώντας τους δικούς μου ανθρώπους.
Δεν θα ξεχάσω τα δάκρυα της μητέρας μου. Να προσέχεις παιδί μου, μου είπε και να μας γράψεις πως όλα ταχτοποιήθηκαν.
Εννοούσε βέβαια τα δήθεν ελλείμματα της αποθήκης.  

     Το ταξίδι της επιστροφής, γεμάτο ψυχικές συννεφιές, αδιέξοδα συναισθήματα, την Αλεξάνδρα μου σίγουρα θα παντρευόμουν, όμως το δάκρυ της μητέρας μου και τα γεμάτα πόνο μάτια του πατέρα μου θα με συντροφεύουν ίσως για πάντα.

     Η Αλεξάνδρα, δεν ήταν η γλυκιά μου πεταλίδα, μα ούτε καν η Πηνελόπη, γιατί όμως τόσες «στραβοτιμονιές» Μπροστά μου υπήρχε η καταστροφή, ο πόνος κι’ όμως, αδιαφορούσα, είχα την αίσθηση πως ποτέ κανένας στην υπηρεσία μου δεν θα μάθαινε, πως δηλαδή η Αλεξάνδρα ήταν και με τη «βούλα» γυναίκα μου…

     Ο «καρνάβαλος» το παλιό λεωφορείο πέρασε τον ανώμαλο, τον ολισθηρό δρόμο του μικρού οροπεδίου
για το λιμάνι, το λιμάνι των ούριων ανέμων.
Ένα ταξίδι, με τον μπούσουλα ξεχασμένο στης φαντασίας μου το αρχιπέλαγος.
Οι παλμοί της καρδιάς μου μπερδεύουν τη σκέψη μου.
Το «ταρακούνημα» από τις κακοτοπιές του δρόμου έφερε όνειρα, ο μορφέας την ευκαιρία δεν άφησε να πάει χαμένη, ένα δεκάλεπτο ίσως και παραπάνω έφτασε για αυτό το περίεργο όνειρο…

     Το τζάμι λέει κοίταζα με τα περίεργα σχήματα, που η παγωνιά είχε σμιλέψει την νύχτα που πέρασε.
Καινούργιες εμπειρίες, από τον ζεστό νότο, στον παγωμένο βόριο κόσμο.
Άστρα, ασημένια παλάτια, νομίσματα μαλαματένια, του βοριά τα ξετελέματα πάνω στο ραγισμένο τζάμι.
Να ήταν λέει αληθινά…

     Ας ακουμπήσω είπα ένα κρυστάλλινο άστρο, ένα αστέρι από τα πολλά κι’ ας λιώσει, έτσι κι’ αλλιώς, ο ήλιος τα πολυβόλα του ετοιμάζει, όπου να’ ναι οι ριπές των αχτίνων του θα ζεστάνουν τα παγωμένα κομψοτεχνήματα της νύχτας.
Παράξενη έλξη, πρωτόγνωρη, δυνατή, ποιος θα νικήσει;
Η απειρία, τα παγωμένα άστρα, ή τα πράσινα μάτια της;
Και φίλησα τ’ αστέρι το λαξεμένο πάνω στο τζάμι
κι’ έλιωσε κι’ έγινε δάκρυ για να φανεί εκείνη, η πριγκίπισσα του παραμυθιού, του δικού μου κόσμου.
Τα χείλη της να φιλήσω σκέφτηκα, μα πως;
Είναι όμως αλήθεια;
Σ’ αγαπώ ψιθύρισα και χάθηκαν τα παγωμένα κάστρα.
Κι’ εγώ σ’ αγαπώ την άκουσα να λέει, δώσε μου τα χέρια σου.
Και ήταν αλήθεια, εκείνο το πρωινό.
Τα μάτια της όμως;
Τα μάτια της, δεν ήταν πράσινα…

     Κοίταξε το ρολόι του, έντεκα η ώρα, στο σπίτι της Αλεξάνδρας πλησίαζε.
Η μητέρα της με ένα χαμόγελο τον καλωσόρισε, σίγουρα είχε δει τη βεβαίωση που με συστημένο γράμμα είχε στείλει στην Αλεξάνδρα και ήταν χαρούμενη. Όμως η Αλεξάνδρα δεν ήταν εκεί, στην αδελφή της τον πληροφόρησε η μητέρα της, είχε πάει να τη βοηθήσει σε κάτι δουλειές.

     Ο Γιάννης γνώριζε το σπίτι της ήταν στο βόρειο ανατολικό μέρος της πόλης.
Ένα καφέ να πιεί του πρότεινε η μέλλουσα πεθερά του, μα αυτός που να μείνει, έφυγε αμέσως για να πάει κοντά στην αγαπημένη του Αλεξάνδρα, όσο ποιο γρήγορα μπορούσε.

     Η αδελφή της, αυτή ήταν η πιο μεγάλη, παντρεμένη με δυο υπέροχα παιδάκια, τον καλωσόρισε με πολύ χαρά, η Αλεξάνδρα όμως; Καμιά κίνησε…
-   Αλεξάνδρα μου τι κάνεις, δεν άργησα όπως σου είχα υποσχεθεί…
Καμιά κίνησε, «βουβαμάρα» ένα αμυδρό χαμόγελο μονάχα όλο κι’ όλο…
-   Δεν σε περίμενε Γιάννη, να ετοιμάσω φαγητό, μεσημέριασε και σίγουρα θα πεινάς, ή να πιούμε ένα ουζάκι; Τι λες;
-   Όχι … λέω να πάμε με την Αλεξάνδρα μια βόλτα, να τα πούμε, έχουμε ένα σωρό δουλειές να κάνουμε…
-   Εντάξει, όμως αύριο θα σας περιμένω για φαγητό.
-   Σου το υπόσχομαι, να μας περιμένεις.

     Ο Γιάννης στο επόμενο στενό προσπάθησε να φιλήσει την Αλεξάνδρα, μ’ αυτή «το βιολί της» μας βλέπουν, δεν κάνει και διάφορες δικαιολογίες, μέχρι που με το έτσι θέλω τη φίλησε.
Τι το ήθελε κι’ αυτός, η «γλωσσού» από το μπαλκόνι μιας πολυκατοικίας άρχισε τον «εξάψαλμο» σαν δεν ντρέπεστε, μα τι περιμένει κανένας να δει στη σημερινή νεολαία.
-   Τι έπαθες κυρά Καλλιόπη, με ποιον τα έχεις;
Τη ρώτησε μια «νταρντάνα» από το διπλανό μπαλκόνι.
-   Δεν βλέπεις το ζευγαράκι; Όπου να, ναι θα το κάνουν εδώ μπροστά μας, κοίτα τη σιγανοπαπαδιά, του κάνει και νάζια.
Η Αλεξάνδρα ντράπηκε, το μελαχρινό προσωπάκι της κατακόκκινο έγινε.
Ο Γιάννης της κρατούσε τρυφερά το χέρι αγνοώντας τις (κυρίες) της πολυκατοικίας, μέχρι που έφτασαν στο πάρκο.
Εκεί μακριά από αδιάκριτες ματιές ένα ερωτικό φιλί ήταν αρκετό για να μιλήσει επιτέλους και η Αλεξάνδρα.
Πολλά είχαν να πουν για τον επικείμενο γάμο τους,  που σε λίγες μέρες θα γινόταν. Η άδεια γάμου έμενε  να εκδοθεί από τη μητρόπολη κι’ όλα θα τελείωναν.

Όμως λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο που λέμε, οι δυσκολίες και τα προβλήματα μόλις άρχιζαν… 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.