Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009


Αναμνήσεις.

Το χωριό μου.
Το πατρικό μου σπίτι.
Το πρώτο φως, το καλημέρα της ζωής.
Τα πρώτα καρδιοχτύπια, το πρώτο σ' αγαπώ.
Χαρά πόνος δάκρυα.





















































































































































Χανδράς.

24 χιλιόμετρα από τη Σητεία της Κρήτης στο κέντρο του όμορφου οροπεδίου με τους εκατοντάδες ανεμόμυλους.Το σβουροχώρι όπως το ονόμασε κάποιος περαστικός λόγω των δυνατών ανέμων που πνέουν σχεδόν καθημερινά.

Χατρά μου με το κλίμα σου, τσι νόστιμες πατάτες
τσι κοπελιές σου τσ’ όμορφες τσι γαϊτανοφρυδάτες.

Αναμνήσεις.

Το παντελόνι το κοντό μου να’ χα πάλι
έστω μια νύχτα στου μυαλού την παραζάλη
του χρόνου τα σκισίματα να κλείσω
με της καρδιάς μου τα φιλιά να το γεμίσω.

Να ξαναγράψω στο λυχνόφεγγο τραγούδια
της φτωχικής της νιότης διηγήματα
στο σύθαμπο να κυνηγώ πουλιά ξεπεταρούδια
από την έρημο του νου να σύρω ιστορήματα.

Το παντελόνι το κοντό μου να’ χα πάλι
να δω τον ήλιο της καρδιάς μου να προβάλλει
να το φορέσω μια στιγμή μονάχα ένα βράδυ
της κοπελιάς της πρώτης μου να βρω το χάδι.

Το μαντηλάκι της δώρο ψυχής να κυματίζει
στ’ αλίμενα του χρόνου όνειρά μου
ακρόπρωρο στων αναμνήσεων το μπρίκι ν’ αρμενίζει.

Μια βόλτα στις αλάνες στα σοκάκια τα παλιά
με τη σφεντόνα μου στη τσέπη του την τρύπια
παράξενη ζωή να σ’ είχα πάλι αγκαλιά.

( Σχολείο. παρέες, τα πρώτα της ζωής καρδιοχτύπια, φάρσες,
ανεμελιά, και η σφεντόνα μου.)


(ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΟΔΟΙΠΟΡΕΙ)

http://kuiperx000.blogspot.com/

Νόστος.

Με το δισάκι φορτωμένο αναμνήσεις
ηλιόγερμα κι’ οδοιπορώ
νόστος στο τέλος της στροφής
με συγκινήσεις.

Στις αλάνες του χωριού μου και στ’ αλώνια
έστω για λίγο να βρεθώ
να κοιμηθώ να ονειρευτώ
το ξεχασμένο σ’ αγαπώ στα χρόνια.

Μα στη πλατεία βρήκα τη μικρή
χαλάσματα χειμώνες
και στης καρδιάς τα σύδεντρα
χιμήξανε τυφώνες.

Οι ακακίες γέρικες δόξες παλιές
φυλλορροούν και γέρνουν
τα κρινομέταξα φιλιά
κι’ αυτά μαζί τους φεύγουν.

Καρδιές χαρακιές, λόγια αγάπης
στους κορμούς τους γραμμένα
με τη σφραγίδα των αγγέλων
μυστικά κλειδωμένα.

Αποκαθηλωμένα αισθήματα
το στήθος μου σπαράζουν
στάλα τη στάλα της ψυχής
τα δάκρυα αδειάζουν.

Ξεθωριασμένες άραχλες
οι παιδικές εικόνες
αλάνες αηδονοφωλιές
άτρωτοι παγετώνες.

Ανθοφορούσα άνοιξη
της νιότης μου μικρή πλατεία
στερνό για πάντα ανάβλεμμα
γλυκιά μου αρχόντισσα κυρία.

Ποιός είσαι εσύ.



Ποιός είσαι εσύ;




Το χάδι σου και στη ρίγανη.



Το χάδι σου και στη ρίγανη.

Αυτή η ρίγανη μου είχες πει μια φορά φυτρώνει κάθε χρόνο.Εδώ μέσα στη πέτρα κι’ εγώ την προσέχω σαν τα μάτια μου, θέλω να τη βλέπω πάντα έτσι ανθισμένη.Μόλις τη χαϊδέψω ο αέρας γεμίζει από το άρωμα της.

Το ξέρω πως τη βλέπεις από ψηλά ή μάλλον την έβλεπες.
Και τις πέτρες τις αλλάζει ο καιρός, έτσι δεν έλεγες;

Χωρίς θέμα.




Χωρίς θέμα.

Τους πόνεσα τους αγνόησα και έκλαψαν για μένα.
Το δικό μου της συγνώμης το δάκρυ
μπορεί να φτάσει και πέρα απ’ το σταυροδρόμι τ’ ουρανού;

Αυτοί το ξέρουν;

Το πηγάδι και ο ανεμόμυλος.



Σ’ αυτούς που κουράστηκαν και πόνεσαν για να του δώσουν (φτερά...)

Το πηγάδι και ο ανεμόμυλος.

Απόσπασμα από το βιβλίο μου

``ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΟΔΟΙΠΟΡΕΙ``

Το χωριό μου στο κέντρο του μικρού οροπεδίου, πανέμορφο, με τους εκατοντάδες ανεμόμυλους να γυρίζουν ασταμάτητα, για να αντλήσουν νερό από τα πηγάδια και να γεμίσουν τις δεξαμενές, για να ποτιστούν στη συνέχεια τα κηπευτικά.Τα χρόνια εκείνα που να βρεθούν χρήματα, ο κήπος λοιπόν ήταν απαραίτητος για τις φτωχές οικογένειες του χωριού. Εκεί φύτευαν τις πατάτες, τα φασολάκια, τις ντομάτες κι’ ένα σωρό άλλα κηπευτικά, γι’ αυτό και η κάθε οικογένεια είχε τον δικό της κήπο με τον ανεμόμυλο και το πηγάδι.Οι ανεμόμυλοι κατασκευάζονταν από τον Μανώλη, μοναδικό τεχνίτη στο χωριό για την κατασκευή τους. Τέσσερις σιδερένιες γωνίες στις άκρες αποτελούσαν τον σκελετό του με χιαστή λάμες περτσινωμένες με χειροποίητα περτσίνια, έδεναν το σύνολο του σκελετού που είχε γύρω στα τέσσερα μέτρα ύψος. Η βάσει είχε άνοιγμα περίπου δυο μέτρα και η κορυφή κατέληγε κάπου στο μισό μέτρο. Στην κορυφή του σκελετού τοποθετούσε ένα στεφάνι φτιαγμένο από χοντρή γωνία και πάνω του τον κορμό του ανεμόμυλου. Ένα τριγωνικό φτερό από λαμαρίνα στο πίσω μέρος, έκανε τον ανεμόμυλο να περιστρέφεται προς την κατεύθυνση του ανέμου και έτσι να γυρίζει η φτερωτή. Τα πανιά ήταν δεμένα στη φτερωτή πάνω σε έξι ή οκτώ σιδερένιες γωνίες που είχαν μήκος η κάθε μια περίπου ένα μέτρο. Τα πανιά λοιπόν σε σχήμα τριγώνου τυλιγμένα γύρω από τον ιστό τους, ο ανεμόμυλος δεν γύριζε, όσο όμως αυτά άνοιγαν κινούσαν τη φτερωτή και έτσι ρυθμιζόταν η ταχύτητα περιστροφής ανάλογα και με την ένταση του ανέμου. Μια σιδερένια βέργα ένωνε τον κεντρικό άξονα του μύλου με την αντλία που κι’ αυτή χειροποίητη ήταν από κάλυκες των γερμανικών πυροβόλων, λάφυρα του πολέμου διάσπαρτα εδώ κι’ εκεί.Το νερό που αντλούσε ο ανεμόμυλος, με κατάλληλο υπερυψωμένο αυλάκι, πήγαινε στη δεξαμενή η οποία ήταν κατασκευασμένη στο ψηλότερο σημείο του κήπου κι’ αφού γεμίσει να ποτιστούν τα φυτά αργά το βράδυ.Το καλοκαίρι θυμάμαι εγώ και δύο τρεις φίλοι κάναμε μπάνιο στις δεξαμενές που το νερό ήταν ζεστό, όχι βέβαια πως μπορούσε να κολυμπήσει κάποιος, απλώς τσαλαβουτούσαμε παίζοντας με το νερό. Είχαμε όμως και τον φόβο του αγροφύλακα του χωριού, που μας κυνηγούσε από τις ξένες δεξαμενές. Πού να μας πιάσει όμως στα μονοπάτια των κήπων. Γεμάτοι λοιπόν λάσπες και με τα ρούχα στο χέρι, κάποια άλλη δεξαμενή θα βρισκόταν να μας ξεπλύνει.Το πηγάδι όμως ήταν ο μεγάλος κόπος. Για να σκάψουν το σκληρό χώμα και να φτάσουν στα πέντε με δέκα μέτρα βάθος δυο άντρες, περνούσε ένας περίπου μήνας σκληρής δουλειάς. Όσο βάθαινε τόσο και πιο δύσκολο γινόταν. Τότε τοποθετούσαν κάποια χειροκίνητη τροχαλία στο στόμιο του πηγαδιού κι’ έτσι τα γεμάτα με χώμα δοχεία, να ανεβαίνουν πιο εύκολα. Στα τοιχώματα δε του πηγαδιού έσκαβαν μικρές τρύπες για να πατούν και κρατώντας το σκοινί να κατεβαίνουν στον πυθμένα.Τη χρονιά εκείνη λοιπόν άρχισε και ο πατέρας μου να σκάβει το πρώτο πηγάδι του κήπου μας.Το ανεβοκατέβασμα στο πηγάδι δεν ήταν και εύκολο πράγμα, το διαπίστωσα την πρώτη φορά, που με τη βοήθεια του πατέρα μου, κατεβεί όταν ακόμα ήταν δύο με τρία μέτρα βαθιά. Αργότερα και κάθε φορά που πήγαιναν για φαγητό οι γονείς μου και ο εργάτης ο κυρ Γιώργης, κατέβαινα κρυφά ώσπου έγινε παιχνιδάκι για μένα, όσο βαθειά κι’ αν ήταν. Καθόμουν στον πυθμένα του πηγαδιού, κοιτάζοντας το στόμιο του που έμοιαζε να είναι μια τρύπα στον ουρανό, καμαρώνοντας συγχρόνως γιατί μπορούσα να κάνω ότι και ο κυρ Γιώργης. Κάποια φορά με είδε η μητέρα μου και κατατρόμαξε, τώρα μου είπε θα το πω στον πατέρα σου να σε δείρει, μα όταν εκείνος το έμαθε χαμογέλασε χωρίς να πει κάτι παραπάνω στη μητέρα μου.Το πηγάδι θυμάμαι είχε φτάσει στο προβλεπόμενο βάθος μα νερό πουθενά, ούτε ίχνος από υγρασία, έκαναν και τρύπες στον πυθμένα με μεγάλα σίδερα, λοστούς, καμιά όμως ένδειξη. Απογοητευμένος ο πατέρας μου αποφάσισε να σταματήσει. Η μητέρα μου του έλεγε, πως είναι δυνατόν το πηγάδι του γείτονα, που βρισκόταν πολύ κοντά στο νότιο άκρο του δικού μας κήπου να είναι πάντα γεμάτο νερό! Θα περνάει κάποιο υπόγειο ρεύμα νερού από εκεί της είπε. Τότε άνοιξε καινούργιο πηγάδι κοντά σ’ αυτό τον παρότρυνε η μητέρα μου. Αυτός όμως φοβόταν μήπως και χάσει το νερό, το πηγάδι του γείτονα και δε θα ήταν σωστό. Ο κυρ Γιώργης ο εργάτης που είχε ο πατέρας μου του έλεγε πως είχε δίκιο η μητέρα μου, τον παρότρυνε δε να αποφασίσει να αρχίσουν το άνοιγμα στο καινούργιο σημείο κοντά σ’ εκείνο του γείτονα. Το αποφάσισε λοιπόν κι’ έτσι μετά από λίγες ημέρες άρχισε η σκληρή δουλειά.Πέρασε ο καιρός και το καινούργιο πηγάδι, έφτασε στο βάθος που συνήθως έβρισκαν το νερό, αλλά δυστυχώς και τώρα ούτε σταγόνα, μόνο λίγη υγρασία και τίποτε παραπάνω. Θυμάμαι πως το χώμα στο βάθος εκείνο είχε χρώμα γαλάζιο, γεμάτο απολιθωμένα κογχύλια. Φαίνεται πως το μέρος εκείνο πριν από εκατομμύρια χρόνια θα ήταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το χώμα αυτό μάλιστα το χρησιμοποιούσαν σαν μονωτικό για τις στέγες των σπιτιών, γιατί με τις πρώτες σταγόνες της βροχής γινόταν σαν κόλλα.Ο πατέρας μου σκεφτόταν να σταματήσει γιατί όπως έλεγε, ίσως να μην έπεσαν πάνω σε κάποιο υπόγειο ρεύμα νερού αφού είχαν είδη ξεπεράσει σε βάθος του πηγαδιού του γείτονα και η στεναχώρια του ήταν πολύ μεγάλη.Το μεσημέρι στο φαγητό έλεγαν πως αν έσκαβαν πιο βαθειά θα έπρεπε να ενισχύσουν τα τοιχώματα του πηγαδιού με τσιμεντένια στεφάνια, που όμως είχαν μεγάλο κόστος κι’ ο πατέρας μου που να βρει τα χρήματα, είχε δε και μεγάλο ρίσκο, γιατί δεν ήταν σίγουρο πως θα έπεφταν σε κάποιο ρεύμα νερού.Εγώ λυπόμουνα που έβλεπα τους γονείς μου τόσο πολύ λυπημένους γιατί εκτός από την προσωπική δουλειά, έπρεπε να πληρώσουν και τον κυρ Γιώργη τον εργάτη.Εκείνη τη μέρα θυμάμαι έκανε πολύ ζέστη, ας πάω στο πηγάδι είπα, ίσως δεν θα έχω άλλη ευκαιρία να κατέβω αφού θα ρίξουν τα χώματα πάλι μέσα για να το σκεπάσουν, όπως έκαναν και με το πρώτο, μα και να δροσιστώ λίγο αφού εκεί κάτω ήταν φθινόπωρο. Κοίταξα λοιπόν από το στόμιο και ο πυθμένας φαινόταν καθαρός, ο ήλιος πάνω ακριβώς από το πηγάδι έριχνε τις αχτίνες του που έκανε τα απολιθωμένα κογχύλια να λαμπιρίζουν σαν διαμάντια. Έπιασα τότε το σκοινί και πατώντας στις τρύπες έφτασα κάτω, αναποδογύρισα κάποιο δοχείο και κάθισα. Άρχισα λοιπόν να περιεργάζομαι τα κογχύλια που αν και εκατομμυρίων χρόνων ήταν τα ίδια με τα σημερινά. Κάποια στιγμή μέσα στην απόλυτη ησυχία του πηγαδιού, μου φάνηκε σαν να άκουσα κάποιο ήχο λες και έβγαινε από τα σπλάχνα της γης, ακουγόταν σαν θόρυβος βροχής που πέφτει πάνω σε ξερά φύλλα. Στην αρχή φοβήθηκα και έπιασα το σκοινί για να ανέβω, μα ήμουν και περίεργος, από που άραγε να ερχόταν αυτός ο θόρυβος, από τον πυθμένα σίγουρα δεν ήταν από που όμως; Έβαζα λοιπόν το αυτί μου στα τοιχώματα του πηγαδιού, μέχρι που εντόπισα το σημείο από το οποίο ερχόταν αυτός ο παράξενος θόρυβος. Ήταν ένα μέτρο περίπου πάνω από τον πυθμένα του πηγαδιού. Χωρίς λοιπόν να αναπνέω αυτή τη φορά, έβαλα πάλι το αυτί μου στο τοίχωμα, ο ήχος ήταν τώρα πιο καθαρός έμοιαζε σαν νερό που κυλάει νωχελικά σε κάποιο μικρό ποταμάκι. Λες να είναι το υπόγειο ρεύμα νερού που έλεγε ο πατέρας μου, είπα και χωρίς να υπολογίσω τον κίνδυνο που όπως αποδείχτηκε διέτρεξα πήρα ένα σίδερο (λοστό) που βρισκόταν εκεί κάτω και παρά το βάρος του άρχισα να χτυπάω με δύναμη το σημείο εκείνο του τοιχώματος για να κάνω κάποιο άνοιγμα. Θα είχα κάνει μια τρύπα γύρω στο μισό μέτρο όταν άρχισε να βγαίνει νερό όσο μια βρύση που είναι λίγο ανοιχτή. Τα τοιχώματα όμως της τρύπας που είχα κάνει μεγάλωναν σιγά σιγά με την πίεση του νερού που άρχισε να εκτοξεύεται στην απέναντι πλευρά του πηγαδιού. Ίσα ίσα που πρόλαβα να πιάσω το σκοινί γιατί το σημείο εκείνο άνοιξε διάπλατα κι’ ένα ποτάμι παγωμένου νερού με έλουσε. Έτρεμα από το φόβο μου γιατί όσο ανέβαινα με το σκοινί με έφτανε και το νερό λες και με κυνηγούσε. Με την ψυχή στο στόμα βγήκα έξω και χωρίς να κοιτάξω πίσω μου έτρεξα για το σπίτι φωνάζοντας, έβγαλα νερό έβγαλα νερό στο πηγάδι. Με είδαν λοιπόν οι γονείς μου βρεγμένο και γεμάτο λάσπες και κατατρόμαξαν. Άφησαν θυμάμαι το σπίτι ανοιχτό και άρχισαν να τρέχουν για τον κήπο. Έκπληκτοι κοίταζαν το πηγάδι με το νερό να βρίσκετε τώρα στη μέση περίπου του πηγαδιού και να μην πιστεύουν στα μάτια τους. Η μητέρα μου δακρυσμένη έκανε το σταυρό της για το μεγάλο θαύμα που όπως έλεγε έγινε.Τα χρόνια πέρασαν μα το μεγάλο μου παράπονο ήταν πως ποτέ δεν με πίστεψαν. Πως ήταν δυνατόν έλεγαν να άκουσε το νερό, τα τοιχώματα του πηγαδιού έσπασαν από την πίεση του νερού έλεγε ο κυρ Γιώργης και επειδή το Γιαννιό είχε κατεβεί στο πηγάδι είπε ψέματα για να μην το μαλώσουν.Εγώ όμως μέσα μου ένιωθα ήρωας, τον κουρασμένο πατέρα μου εγώ τον απάλλαξα από το σκάψιμο και άλλου πηγαδιού κι’ ας μη με πίστευαν.

 

Η Γιαγιά μου.



Η Γιαγιά μου




Θυμάμαι ύστερα από χρόνια, μακριά από το χωριό μου, πληροφορήθηκα πως δεν υπήρχε πια στη ζωή. Έκλαψα, έκλαψα πολύ, τα χέρια μου γέμισαν δάκρυα, το πιο αγαπητό μου πρόσωπο δεν υπήρχε πια.


Κάπου διάβασα πως ο θεός επειδή δεν μπορεί να είναι παντού έκανε τις γιαγιάδες.Σε μένα βέβαια χάρισε την πιο γλυκιά, την υπέροχη γιαγιά μου.


Μα ότι κι’ αν της έκανα εκείνη μ’ αγαπούσε
τις ζαβολιές μου τις πολλές πάντα τις συγχωρούσε.

Ήταν γλυκιά παρηγοριά πρόσωπο αγαπημένο
για μένα είχε πάντοτε το τζάκι αναμμένο.

Κοντά της έβρισκα χαρά αγάπη καλοσύνη
που απ’ τους γονείς μου φαίνεται περνούσε με βιασύνη.

Μια αγκαλιά κι’ ένα φιλί γονατιστή για προσευχή
στ’ αυτιά μου ακόμα αντηχεί το παραμύθι κι’ η ευχή...

Ο Παππούς μου.



Ο Παππούς μου.
 
Ο Παππούς μου ο Παπαγιάννης.
Η μοναδική μου αδελφή.
Πέρα απ’ το σταυροδρόμι τ’ ουρανού.

Ο νόμος της ζωής χωρίς
φωτοσκιάσεις.

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

Της τσικουδιάς τα δρώμενα.




Του χρόνου να 'ταν το προχθές,
να τη θωρούσα πάλι,
να ξανανιώσω την καυτή,
της τσικουδιάς τη ζάλη.

Να παίξω με τα θέλω της,
τα μουρμουρίσματα της,
να ξανανιώσω μιαολιά,
τα παιχνιδίσματα της.

Του χρόνου να 'ταν το προχθές,
στο σ' αγαπώ να ξαναζήσω,
πάνω στα χνάρια τα παλιά,
ζωή να σε μεθύσω. 

Να 'χα που λέτε δύναμη,
το σήμερα να σβήσω,
να πάω πίσω τη ζωή,
τα χούγια της να πνίξω.

Να μή μου λέει είσαι μπλαζέ,
να ζω μποέμ αιώνια,
να τη' νε' πάω στα παλιά,
τα μπελ εποκ τα χρόνια. 


Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Στο νοικιασμένο απ' τη ζωή.

Νέα Πέραμος (Μεγάλο Πεύκο)

Στο νοικιασμένο τούτο το κομμάτι απ’ τη ζωή,
χνάρια θα μείνουν απ’ τα όνειρά μου,
ποιος τάχα όμως θα νοιαστεί, μα και γιατί,
στο χώμα του πως έδωσαν, δροσιά τα δάκρυά μου.








.........................................................................................

Μεγάλη εβδομάδα!

Μεγάλη Τρίτη.

Το τροπάριο της Κασσιανής.

 

Η Κασσιανή ή Κασσία, ή Εικασία, (μεταξύ 805 και 810 - πριν το 865) ήταν βυζαντινή ηγουμένη, ποιήτρια, συνθέτρια, και υμνογράφος στην οποία κα αποδίδεται το ψαλλόμενο την Μεγάλη Τρίτη τροπάριο που αρχίζει με τις λέξεις: "Κύριε η εν παλλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή..".


Πρώτος βυζαντινός χρονογράφος που παρέχει στοιχεία περί της ζωής της Κασσιανής είναι ο Συμεών ο Μάγιστρος, τον οποίο και ακολουθούν πολλοί άλλοι μεταξύ δε αυτών ο Λέων ο Γραμματικός, ο Ιωάννης ο Ζωναράς κ.ά. Η Κασσιανή είναι μία από τους πρώτους μεσαιωνικούς συνθέτες τα έργα των οποίων σώζονται αλλά και μπορούν να ερμηνευτούν από σύγχρονους ειδικούς και μουσικούς. Περίπου 50 από τους ύμνους έχουν διασωθεί και 23 από αυτούς περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ακριβής αριθμός τους είναι εξαιρετικά δυσχερές να προσδιοριστεί, καθώς πολλοί ύμνοι αποδίδονται σε διαφορετικά πρόσωπα σε διάφορα χειρόγραφα, ενώ συχνά δε σώζεται το όνομα του υμνογράφου.
Επιπλέον, σώζονται 789 μη λειτουργικοί της στίχοι. Πρόκειται κυρίως για «γνωμικά», όπως για παράδειγμα το παρακάτω:
«Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός.»
Τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν αγία στις 7 Σεπτεμβρίου

Η ζωή της

Γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος πλούσιας οικογενείας[2]. Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:
-Εκ γυναικός τα χείρω.
-Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.
Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα για σύζυγό του.
Οι επόμενες πληροφορίες που σώζονται για την Κασσιανή είναι ότι το 843 ίδρυσε ένα κοινόβιο. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργεια της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα, με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της (Kurt Sherry, σελ. 56). στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη
Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.

Το τροπάριο της Κασσιανής


Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη, μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν, τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις
ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν,
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη, και κριμάτων σου αβύσσους,
τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος.

Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου.

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου• αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε. Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.

Το Τροπάριο της Κασσιανής όπως ψάλλεται στο Άγιο Όρος:


http://www.youtube.com/watch?v=o259EH-XOZw


Μεγάλη Παρασκευή.


ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ




ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ


Ἦχος πλ. α´
.
Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.
Ἡ ζωὴ πῶς θνήσκεις; πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς; τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ, καὶ τοῦ Άδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾷς.
Μεγαλύνομέν σε, Ἰησοῦ Βασιλεῦ, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου· δι᾿ ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.
Μέτρα γῆς ὁ στήσας, ἐν σμικρῷ κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον, ἐκ μνημάτων τοὺς θανέντας ἀνιστῶν.
Ἰησοῦ Χριστέ μου, Βασιλεῦ τοῦ παντός, τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾍδῃ ἐλήλυθας; ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν;
Ὁ Δεσπότης πάντων, καθορᾶται νεκρός, καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται, ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.
Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας, καὶ ἐπήγασας τῷ Κόσμῳ τὴν ζωήν.
Μετὰ τῶν κακούργων, ὡς κακοῦργος Χριστέ, ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας, κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.
Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὡραΐσας τοῦ παντός.
ᾍδης πῶς ὑποίσει, Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν, καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος, ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλῃ ἐκτυφλωθείς;
Ἰησοῦ γλυκύ μοι, καὶ σωτήριον φῶς, τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ, κατακέκρυψαι; ὢ ἀφάτου, καὶ ἀῤῥήτου ἀνοχῆς!
Ἀπορεῖ καὶ φύσις, νοερὰ καὶ πληθύς, ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον, τῆς ἀφράστου καὶ ἀῤῥήτου σου ταφῆς.
Ὢ θαυμάτων ξένων! ὢ πραγμάτων καινῶν! ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται, κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.
Καὶ ἐν τάφῳ ἔδυς, καὶ τῶν κόλπων Χριστέ, τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας· τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.
Ἀληθὴς καὶ πόλου, καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς, εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι, ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.
Σοῦ τεθέντος τάφῳ, πλαστουργέτα Χριστέ, τὰ τοῦ ᾍδου ἐσαλεύθη θεμέλια, καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.
Ὁ τὴν γῆν κατέχων, τῇ δρακὶ νεκρωθείς, σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται, τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῇς ᾍδου συνοχῆς.
Ἐκ φθορᾶς ἀνέβης, ἡ ζωή μου Σωτήρ, σοῦ θανόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος, καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾍδου τοὺς μοχλούς.
Ὡς φωτὸς λυχνία, νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ, ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται, καὶ διώκει τὸν ἐν ᾍδῃ σκοτασμόν.
Νοερῶν συντρέχει, στρατιῶν ἡ πληθύς, Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε, τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῷ.
Νεκρωθεὶς βουλήσει, καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν, ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας, νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.
Ἠλλοιοῦτο πᾶσα, κτίσις πάθει τῷ σῷ· πάντα γάρ σοι Λόγε συνέπασχον, συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.
Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν, ἐν κοιλίᾳ λαβών, ᾍδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν, ἐξ αἰῶνος οὓς κατέπιε νεκρούς.
Ἐν καινῷ μνημείῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας, ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.
Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ· καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ᾍδου κατελήλυθας ζητῶν.
Συγκλονεῖται φόβῳ, πᾶσα Λόγε ἡ γῆ, καὶ Φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.
Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις, ἑκουσίως Σωτήρ, ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας, ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.
Δακρυῤῥόους θρήνους, ἐπὶ σὲ ἡ Ἁγνή, μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα· Πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;
Ὥσπερ σίτου κόκκος, ὑποδὺς κόλπους γῆς, τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν, ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ Ἀδάμ.
Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης, ὥσπερ ἥλιος νῦν, καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι· ἀλλ᾿ ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.
Ὡς ἡλίου δίσκον, ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει, καὶ σὲ τάφος νῦν ἔκρυψεν, ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.
Ἡ ζωὴ θανάτου, γευσαμένη Χριστός, ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε, καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.
Νεκρωθέντα πάλαι, τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς, ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου, νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδάμ.
Νοεραί σε τάξεις, ἡπλωμένον νεκρόν, καθορῶσαι δι᾿ ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο, καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.
Καθελών σε Λόγε, ἀπὸ ξύλου νεκρόν, ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο· Ἀλλ᾿ ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.
Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ, χαρμονὴ πεφυκώς, νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος, καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.
Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ, καὶ τοὺς ζώντας βροτούς, συνυψοῖς· ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος, τοὺς κειμένους δ᾿ ὑπ᾿ αὐτὴν ἐξανιστᾷς.
Ὥσπερ λέων Σῶτερ, ἀφυπνώσας σαρκί, ὥς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι, ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.
Τὴν πλευρὰν ἐνύγης, ὁ πλευρὰν εἰληφώς, τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας, καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.
Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι, θύεται ὁ Ἀμνός· σὺ δ᾿ ὑπαίθριος τυθεὶς ἀνεξίκακε, πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.
Τίς ἐξείποι τρόπον, φρικτὸν ὄντως καινόν; ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον, πάθος δέχεται, καὶ θνήσκει δι᾿ ἡμᾶς.
Ὁ ζωῆς ταμίας, πῶς ὁρᾶται νεκρός; ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον· πῶς δ᾿ ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;
Λογχονύκτου Σῶτερ, ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν, τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με, ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.
Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ, συνηγάγω βροτούς· τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον, πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.
Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ, σχηματίζει φρικτῶς, καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε, καὶ θαμβεῖταί σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.
Ὑπὸ γῆν βουλήσει, κατελθὼν ὡς θνητός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.
Κἂν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.
Κἂν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.
Ὢ χαρᾶς ἐκείνης! ὢ πολλῆς ἡδονῆς! ἧς περ τοὺς ἐν ᾍδῃ πεπλήρωκας, ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.
Προσκυνῶ τὸ Πάθος, ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν, μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε, δι᾿ ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.
Κατὰ σοῦ ῥομφαία, ἐστιλβοῦτο Χριστέ, καὶ ῥομφαία ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται, καὶ ῥομφαία δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.
Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα, βλέπουσα ἐν σφαγῇ, ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε, συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.
Κἂν ἐνθάπτῃ τάφῳ, κἂν εἰς ᾍδου μολῇς, ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας, καὶ τὸν ᾍδην ἀπεγύμνωσας Χριστέ.
Ἑκουσίως Σῶτερ, κατελθὼν ὑπὸ γῆν, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.
Τῆς Τριάδος ὁ εἷς, ἐν σαρκὶ δι᾿ ἡμᾶς, ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον· φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.
Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης, τῆς Ἰούδα φυλῆς, οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο, τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.
Ὁ Κριτὴς ὡς κριτός, πρὸ Πιλάτου κριτοῦ, καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον, κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.
Ἀλαζὼν Ἰσραήλ, μιαιφόνε λαέ, τί παθὼν τὸν Βαραββᾶν ἠλευθέρωσας; τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;
Ὁ χειρί σου πλάσας, τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς, δι᾿ αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος, καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.
Ὑπακούσας Λόγε, τῷ ἰδίῳ Πατρί, μέχρις ᾍδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας, καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.
Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου! οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν! Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν, ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.
Φθονουργέ, φονουργέ, καὶ ἀλάστορ λαέ, κἂν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι, ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.
Δεῦρο δὴ μιαρέ, φονευτὰ μαθητά, καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι, δι᾿ ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.
Ὡς φιλάνθρωπός τις, ὑποκρίνῃ μωρέ, καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε, ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.
Οὐρανίου μύρου, ποίαν ἔσχες τιμήν; τοῦ τιμίου τί ἐδέξω ἀντάξιον; λύσσαν εὗρες καταρώτατε Σατάν.
Εἰ φιλόπτωχος εἶ, καὶ τὸ μύρον λυπῇ, κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον, πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;
Ὢ Θεὲ καὶ Λόγε, ὦ χαρὰ ἡ ἐμή, πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον; νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.
Τίς μοι δώσει ὕδωρ, καὶ δακρύων πηγάς, ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν, ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;
Ὢ βουνοὶ καὶ νάπαι, καὶ ἀνθρώπων πληθύς, κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε, σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.
Πότε ἴδω Σῶτερ, σὲ τὸ ἄχρονον φῶς, τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου; ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.
Κἂν ὡς πέτρα Σῶτερ, ἡ ἀκρότομος σὺ, κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ᾿ ἐπήγασας, ζῶν τὸ ῥεῖθρον, ὡς πηγὴ ὢν τῆς ζωῆς.
Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς, τὸν διπλοῦν ποταμόν, τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι, τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.
Θέλων ὤφθης Λόγε, ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς, καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας, ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.


ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ


Ἦχος πλ. α´.


Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.
Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην· τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν, τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.
Ἔφριξεν ἡ γῆ, καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη, σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φέγγους Χριστέ, δύναντος ἐν τάφῳ σωματικῶς.
Ὕπνωσας Χριστέ, τὸν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ, καὶ βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας, τοῦ τῆς ἁμαρτίας, τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.
Μόνη γυναικῶν, χωρὶς πόνον ἔτεκόν σε Τέκνον, πόνους δὲ νῦν φέρω πάθει τῷ σῷ, ἀφορήτους, ἔλεγεν ἡ Σεμνή.
Ἄνω σε Σωτήρ, ἀχωρίστως τῷ Πατρὶ συνόντα, κάτω δὲ νεκρὸν ἡπλωμένον γῇ, φρίττουσιν ὁρῶντα τὰ Σεραφίμ.
Ῥήγνυται ναοῦ, καταπέτασμα τῇ σῇ σταυρώσει, κρύπτουσι φωστῆρες Λόγε τὸ φῶς, σοῦ κρυβέντος Ἥλιε ὑπὸ γῆν.
Γῆς ὁ καταρχάς, μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γύρον, ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν· φρίξον τῷ θεάματι Οὐρανέ.
Ἔδυς ὑπὸ γῆν, ὁ τὸν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας, ἵν᾿ ἐξαναστήσῃς τοῦ πτώματος, τῶν βροτῶν τὰ στίφη, πανσθενεστάτῳ κράτει.
Θρῆνον ἱερόν, δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι, ὡς αἱ Μυροφόροι γυναῖκες πρίν, ἵνα καὶ τὸ Χαῖρε ἀκουσώμεθα σὺν αὐταῖς.
Μύρον ἀληθῶς, σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις Λόγε· ὅθεν σοι καὶ μύρα προσέφερον, ὡς νεκρῷ τῷ ζῶντι, γυναῖκες Μυροφόροι.
ᾍδου μὲν ταφείς, τὰ βασίλεια Χριστὲ συντρίβεις, θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς, καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι τούς γηγενεῖς.
Ῥεῖθρα τῆς ζωῆς, ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία, τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ, τοὺς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾍδου μυχοῖς.
Ἵνα τὴν βροτῶν, καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν, πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί. Μῆτερ οὖν μὴ κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.
Ἔδυς ὑπὸ γῆν, ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης, καὶ νεκρούς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας, ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾍδῃ σκότος.
Κόκκος διφυής, ὁ φυσίζωος ἐν γῆς λαγόσι, σπείρεται σὺν δάκρυσι σήμερον, ἀλλ᾿ ἀναβλαστήσας, Κόσμον χαροποιήσει.
Ἔπτηξεν Ἀδάμ, Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσω, χαίρει δὲ πρὸς ᾍδην φοιτήσαντος, πεπτωκὸς τὸ πρῴην, καὶ νῦν ἐγηγερμένος.
Σπένδει σοι χοάς, ἡ τεκοῦσά σε Χριστὲ δακρύων, σαρκικῶς κατατεθέντι ἐν μνήματι, ἐκβοῶσα· Τέκνον, ἀνάστα ὡς προέφης.
Τάφῳ Ἰωσήφ, εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων, ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς, τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι Σωτήρ.
Ἥλοις σε Σταυρῷ, πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε, βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς, βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν.
Σὲ τὸν τοῦ παντός, γλυκασμὸν ἡ Μήτηρ καθορῶσα, πόμα ποτιζόμενον τὸ πικρόν, δάκρυσι τὰς ὄψεις βρέχει πικρῶς.
Τέτρωμαι δεινῶς, καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε, βλέπουσα τὴν ἄδικόν σου σφαγήν· ἔλεγεν ἡ Πάναγνος ἐν κλαυθμῷ.
Ὄμμα τὸ γλυκύ, καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω Λόγε; πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω σε; φρίττων ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.
Ὕμνους Ἰωσήφ, καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους, ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν· ᾄδει δὲ σὺν τούτοις καὶ Σεραφίμ.
Δύνεις ὑπὸ γῆν, Σῶτερ, Ἥλιε δικαιοσύνης· ὅθεν ἡ τεκοῦσα Σελήνη σε, ταῖς λύπαις ἐκλείπει, σῆς θέας στερουμένη.
Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ, ᾍδης σε τὸν ζωοδότην, πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα, καὶ τοὺς ἀπ᾿ αἰῶνας, νεκροὺς ἐξανιστῶντα.
Ἥλιος φαιδρόν, ἀπαστράπτει μετὰ νύκτα Λόγε· καὶ σὺ δ᾿ ἀναστὰς ἐξαστράψειας, μετὰ θάνατον φαιδρῶς ὡς ἐκ παστοῦ.
Γῆ σε πλαστουργέ, ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ, συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται, ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ.
Μύροις σε Χριστέ, ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων, νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες· Φρίξον, ἀνεβόων, πᾶσα ἡ γῆ.
Ἔδυς Φωτουργέ, καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου· τρόμῳ δὲ ἡ Κτίσις συνέχεται, πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.
Λίθος λαξευτός, τὸν ἀκρόγωνον καλύπτει λίθον· ἄνθρωπος θνητὸς δ᾿ ὡς θνητὸν Θεόν, κρύπτει νῦν τῷ τάφῳ· φρίξον ἡ γῆ!
Ἴδε Μαθητήν, ὃν ἠγαπήσας καὶ σὴν Μητέρα, Τέκνον, καὶ φθογγὴν δὸς γλυκύτατον, ἔκραζε δακρύουσα ἡ Ἁγνή.
Σὺ ὡς ὢν ζωῆς, χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους, ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας· ἀλλ᾿ ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.
Κάλλος Λόγε πρίν, οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες, ἀλλ᾿ ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας, καλλωπίσας τοὺς βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.
Ἔδυς τῇ σαρκί, ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος· καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος, ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ.
Ἥλιος ὁμοῦ, καὶ σελήνη σκοτισθέντες Σῶτερ, δούλους εὐνοοῦντας εἰκόνιζον, οἳ μελαίνας ἀμφιέννυνται στολάς.
Οἶδέ σε Θεόν, Ἑκατόνταρχος κἂν ἐνεκρώθης· πῶς σὲ οὖν Θεέ μου ψαύσω χερσί; φρίττω, ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.
Ὕπνωσεν Ἀδάμ, ἀλλὰ θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει· σὺ δὲ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ, βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου Κόσμῳ ζωήν.
Ὕπνωσας μικρόν, καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας, καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας, τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος Ἀγαθέ.
Ἤρθης ἀπὸ γῆς, ἀλλ᾿ ἀνέβλυσας τῆς σωτηρίας, τὸν οἶνον ζωήῤῥυτε ἄμπελε· Δοξάζω τὸ Πάθος καὶ τὸν Σταυρόν.
Πῶς οἱ νοεροί, Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες, γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον, ἔφερον τὴν τόλμαν τῶν σταυρωτῶν;
Ἀραβιανόν, σκολιώτατον γένος Ἑβραίων, ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ· διὰ τί κατέκρινας τὸν Χριστόν;
Χλαῖναν ἐμπαιγμοῦ, τὸν Κοσμήτορα πάντων ἐνδύεις, ὃς τὸν Οὐρανὸν κατεστέρωσε, καὶ τὴν γῆν ἐκόσμησε θαυμαστῶς.
Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε, σοὺς θανέντας παῖδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς.
Ἥλιον τὸ πρίν, Ἰησοῦς τοὺς ἀλλοφύλους κόπτων, ἔστησεν· αὐτὸς δὲ ἀπέκρυψας, καταβάλλων τὸν τοῦ σκότους ἀρχηγόν.
Κόλπων πατρικῶν, ἀνεκφοίτητος μείνας Οἰκτίρμον, καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας, καὶ εἰς ᾍδην καταβέβηκας Χριστέ.
Ἤρθη σταυρωθείς, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας, καὶ ὡς ἄπνους ἐν αὐτῇ νῦν προσκλίνεται, ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.
Οἴμοι ὦ Υἱέ! ἡ Ἀπείρανδρος θρηνεῖ καὶ λέγει· ὃν ὡς Βασιλέα γὰρ ἤλπιζον, κατάκριτον νῦν βλέπω ἐν Σταυρῷ.
Ταῦτα Γαβριήλ, μοὶ ἀπήγγειλεν ὅτε κατέπτη, ὃς τὴν Βασιλείαν αἰώνιον, ἔφη τοῦ Υἱοῦ μου τοῦ Ἰησοῦ.
Φεῦ! τοῦ Συμεών, ἐκτετέλεσται ἡ προφητεία· ἡ γὰρ σὴ ῥομφαία διέδραμε, τὴν ἐμήν καρδίαν Ἐμμανουήλ.
Κἂν τοὺς ἐκ νεκρῶν, ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι, οὓς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν, ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.
Ἔφριξεν ἰδών, τὸ ἀόρατον φῶς σε Χριστέ μου, μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε, καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.
Ἔκλαιε πικρῶς, ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε, ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε, σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.
Νέκρωσιν τὴν σήν, ἡ πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ, βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο· Μὴ βραδύνῃς ἡ ζωὴ ἐν τοῖς νεκροῖς.
ᾍδης ὁ δεινός, συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν, Ἥλιε τῆς δόξης ἀθάνατε, καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.
Μέγα καὶ φρικτόν, Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται! ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη, ζωῶσαι θέλων πάντας.
Νύττῃ τὴν πλευράν, καὶ ἡλοῦσαι Δέσποτα τὰς χεῖρας, πληγὴν ἐκ πλευρᾶς σου ἰώμενος, καὶ τὴν ἀκρασίαν, χειρῶν τῶν Προπατόρων.
Πρὶν τὸν τῆς Ῥαχήλ, υἱὸν ἔκλαυσεν ἅπας κατ᾿ οἶκον· νῦν τὸν τῆς Παρθένου ἐκόψατο, Μαθητῶν χορεία σὺν τῇ Μητρί.
Ῥάπισμα χειρῶν, Χριστοῦ δέδωκαν ἐν σιαγόνι, τοῦ χειρὶ τὸν ἄνθρωπον πλάσαντος, καὶ τὰς μύλας θλάσαντος τοῦ θηρός.
Ὕμνοις σου Χριστέ, νῦν τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν τε, ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν, οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇ ταφῇ.

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ


Ἦχος γ´.


Αἱ γενεαί πᾶσαι, ὕμνον τῇ Ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελὼν τοῦ ξύλου, ὁ Ἀριμαθαίας, ἐν τάφῳ σε κηδεύει.
Μυροφόροι ἦλθον, μύρα σοι Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεῦρο πᾶσα κτίσις, ὕμνους ἐξοδίους, προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.
Ὡς νεκρὸν τὸν ζῶντα, σὺν Μυροφόροις πάντες, μυρίσωμεν ἐμφρόνως.
Ἰωσὴφ τρισμάκαρ, κήδευσον τὸ σῶμα, Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.
Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα, ἐκίνησαν τὴν πτέρναν, κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.
Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα, φέρουσι τῷ Σωτῆρι, χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.
Ὢ τῆς παραφροσύνης, καὶ τῆς Χριστοκτονίας, τῆς τῶν προφητοκτόνων!
Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης, προδέδωκεν ὁ μύστης, τὴν ἄβυσσον σοφίας.
Τὸν Ῥύστην ὁ πωλήσας, αἰχμάλωτος κατέστη, ὁ δόλιος Ἰούδας.
Κατὰ τὸν Σολομῶντα, βόθρος βαθὺς τὸ στόμα, Ἑβραίων παρανόμων.
Ἑβραίων παρανόμων, ἐν σκολιαῖς πορείαις, τρίβολοι καὶ παγίδες.
Ἰωσὴφ κηδεύει, σὺν τῷ Νικοδήμῳ, νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.
Ζωοδότα Σῶτερ, δόξα σου τῷ κράτει, τὸν ᾍδην καθελόντι.
Ὕπτιον ὁρῶσα, ἡ Πάναγνός σε, Λόγε, μητροπρεπῶς ἐθρήνει.
Ὢ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;
Θρῆνον συνεκίνει, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.
Γύναια σὺν μύροις, ἥκουσι μυρίσαι, Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.
Θάνατον θανάτῳ, σὺ θανατοῖς Θεέ μου, θείᾳ σου δυναστείᾳ.
Πεπλάνηται ὁ πλάνος, ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται, σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.
Πρὸς τὸν πυθμένα ᾍδου, κατήχθη ὁ προδότης, διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.
Τρίβολοι καὶ παγίδες, ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου, παράφρονος Ἰούδα.
Συναπολοῦνται πάντες, οἱ σταυρωταί σου Λόγε, Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.
Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ, συναπολοῦνται πάντες, οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.
Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πῶς πάθος κατεδέξω;
Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα.
Σῶμα τὸ ζωηφόρον, ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει, μετὰ τοῦ Νικοδήμου.
Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη, θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα, τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.
Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;
Τὸν Ἀδὰμ καὶ Εὔαν, ἐλευθερῶσαι Μῆτερ, μὴ θρήνει, ταῦτα πάσχω.
Δοξάζω σου Υἱέ μου, τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν, ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.
Ὄξος ἐποτίσθης, καὶ χολὴν Οἰκτίρμον, τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.
Ἰκρίῳ προσεπάγης, ὁ πάλαι τὸν λαόν σου, στύλῳ νεφέλης σκέπων.
Αἱ Μυροφόροι Σῶτερ, τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι, προσέφερόν σοι μύρα.
Ἀνάστηθι Οἰκτίρμον, ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων, ἐξανιστῶν τοῦ ᾍδου.
Ἀνάστα Ζωοδότα, ἡ σὲ τεκοῦσα Μήτηρ, δακρυῤῥοοῦσα λέγει.
Σπεῦσον ἐξαναστῆναι, τὴν λύπην λύων Λόγε, τῆς σὲ ἁγνῶς Τεκούσης.
Οὐράνιοι Δυνάμεις, ἐξέστησαν τῷ φόβῳ, νεκρόν σε καθορῶσαι.
Τοῖς πόθῳ τε καὶ φόβῳ, τὰ πάθη σου τιμῶσι, δίδου πταισμάτων λύσιν.
Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον, θέαμα Θεοῦ Λόγε! πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;
Φέρων πάλαι φεύγει, Σῶτερ Ἰωσήφ σε, καὶ νῦν σε ἄλλος θάπτει.
Κλαίει καὶ θρηνεῖ σε, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, Σωτὴρ μου νεκρωθέντα.
Φρίττουσιν οἱ νόες, τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου, Ταφὴν τοῦ πάντων Κτίστου.
Ἔῤῥαναν τὸν τάφον, αἱ Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι. (Τρίς)
Εἰρήνην Ἐκκλησίᾳ, λαῷ σου σωτηρίαν, δώρησαι σῇ Ἐγέρσει.
Δόξα. Τριαδικόν.
Ὢ Τριὰς Θεέ μου, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, ἐλέησον τὸν Κόσμον.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου, Ἀνάστασιν Παρθένε, ἀξίωσον σοὺς δούλους.
Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.
Αἱ γενεαὶ πᾶσαι ὕμνον τῇ ταφῇ σου προσφέρουσι, Χριστέ μου.


http://www.youtube.com/watch?v=7oeVLIFnprc

Το Αναστάσιμο Ευαγγέλιο.



Κατά Μάρκον 16,1-8


Διαγενομένου τού σαββάτου, Μαρία η Μαγδαληνή καί Μαρία η τού Ιακώβου καί Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν. καί λίαν πρωϊ τή μιά τών σαββάτων έρχονται επί τό μνημείον ανατείλαντος τού ηλίου. καί έλεγον πρός εαυτάς, Τίς αποκυλίσει ημίν τόν λίθον εκ τής θύρας τού μνημείου; καί αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος, ήν γάρ μέγας σΦόδρα. καί εισελθούσαι εις τό μνημείον, είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοίς δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καί εξεθαμβήθησαν. ο δέ λέγει αυταίς, Μή εκθαμβείσθε, Ιησούν ζητείτε τόν Ναζαρηνόν τόν εσταυρωμένον, ηγέρθη, ουκ έστιν ωδε, ίδε, ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν, αλλ' υπάγετε, είπατε τοίς μαθηταίς αυτού καί τώ Πέτρω, ότι Προάγει υμάς εις τήν Γαλιλαίαν, εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν. Καί εξελθούσαι ταχύ έφυγον από τού μνημείου, είχε δέ αυτάς τρόμος καί έκστασις, καί ουδενί ουδέν είπον, εφοβούντο γάρ.

Οι δικές μου μαντινάδες.




Οι μαντινάδες…

Οι Μαντινάδες είναι η πιο συνηθισμένη μορφή λαϊκού τραγουδιού και αποτελούν ποιητικό είδος διαδεδομένο σε ολόκληρη την Κρήτη.

Η Κρητική μαντινάδα είναι δίστιχο με δεκαπεντασύλλαβους και ομοιοκατάληκτους στίχους στην διάλεκτο της Κρήτης.


Κάθε μαντινάδα έχει αυτοτελές νόημα παρά την περιορισμένη έκταση της. Υπάρχουν ωστόσο και οι μαντινάδες που λέγονται σε απάντηση άλλης μαντινάδας. Στην περίπτωση αυτή η μια συμπληρώνει την άλλη και δεν ισχύει ο κανόνας του αυτοτελούς νοήματος.

Η μαντινάδα είναι ο ξεχωριστός τρόπος με τον οποίο οι νέοι, οι γέροι και τα παιδιά της Κρήτης έχουν τη δυνατότητα να εκφράζουν κάθε στιγμή τη πληθώρα και τη διαφορετικότητα των συναισθημάτων τους, τον πόνο, τη χαρά, την προσμονή, τη λαχτάρα, τον έρωτα, τον θυμό, την εκδίκηση, τη νοσταλγία. Έχουν ειπωθεί και συνεχίζουν να λέγονται χιλιάδες μαντινάδες για κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης ζωής.

Οι περισσότερες αφορούν την αγάπη και τον έρωτα αλλά δεν λείπουν οι σατυρικές, της ξενιτιάς, διδακτικές, πειρακτικές, του αρραβώνα και του γάμου, μα και οι πικάντικες.


Σ' αυτό λοιπόν το δίστιχο συνήθως κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία όπως λέω παραπάνω, με αρχή και τέλος.

Από τις εκατοντάδες μαντινάδες που έχω γράψει από μικρό παιδί, είναι και οι παρακάτω που αν και έχουν περάσει περίπου σαράντα πέντε χρόνια τις έχω διαβάσει σε πολλές ηλεκτρονικές διευθύνσεις.

Δε σου ζητώ να μ' αγαπάς η αγάπη δεν ζητιέται,

γιατί' ναι αίσθημα κι' αυτό που μόνο του γεννιέται.


Στσ' ασκορδαλούς τα ξόδεψα τα μπαρουτάσκαγά μου

και δα θωρώ τσι πέρδικες και καίγεται η καρδιά μου.


Φαίνεται λοιπόν πως υπήρχε κάποιο κρυφό ταλέντο που εγώ αγνοούσα, δεν είχα δώσει κάποια σημασία, το μόνο που ήθελα ήταν να ακούω τις μαντινάδες μου από κάποιον παράνομο ραδιοσταθμό που λειτουργούσε στην περιοχή.

Περνάνε τα χρόνια και οι καντάδες της αυγής στις αγαπητικιές μας έχουν χρώμα των δικών μου μαντινάδων. Όμορφες ερωτικές εποχές, μα η ζωή άλλα σχέδια είχε.  
Κάποιο ανοιξιάτικο πρωινό, λίγο πριν τα 18 χρόνια μου, καταδύσεις σε βαθιά, επικίνδυνα νερά, πολεμικά παιχνίδια,  εκεί που ξεχνιούνται τα όνειρα, μακριά από τον τόπο μου, τους γονείς μου, τις συνήθειες μου, μοιάζω να πλέω σ’ έναν αιθέρα ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου που όμως αργότερα αγάπησα, ερωτεύτηκα.

Έχει περάσει ένας χρόνος, είναι μεγάλη εβδομάδα, τα καράβια της εποχής πολύ αργά, δέκα ώρες ίσως και παραπάνω ταξίδι μα μου φάνηκε αιώνας, ανυπομονώ να φτάσω όσο ποιο γρήγορα στο χωριό μου, να δω τους γονείς μου, τη μοναδική αδελφή μου, τους γνωστούς και φίλους μου. Να δω ίσως και τα μάτια τα ψεύτικα της άλλης, να διαβάσω το ανορθόγραφο τους σ’ αγαπώ. Δέκα πέντε μέρες μόνο, όσες η άδειά μου.
………

Το αντίο ποιο πικρό από το αρχικό, σαν να μη θέλω να φύγω, μα πρέπει, πρέπει να πολεμήσω μόνος, ο δρόμος που διάλεξα δύσκολος, επικίνδυνος, μα κατά βάθος μου αρέσει.

Στο λιμάνι λίγο πριν το καράβι σαλπάρει, αισθήματα πρωτόγνωρα, θολά, μπερδεμένα. Διάφοροι μικροπωλητές προσπαθούν να πουλήσουν και κάποιο από τα είδη που έχουν στους ταξιδιώτες, κάποιος πουλάει μαντινάδες. Πολύχρωμα φύλλα χαρτιού ήταν θυμάμαι διπλωμένα κατάλληλα που περιείχαν περίπου εκατό μαντινάδες.
Ας αγοράσω είπα μέσα ένα, είμαι περίεργος να δω πως γράφουν άλλοι.
Φαντάζεστε την έκπληξή μου; Τις δικές μου μαντινάδες πουλούσαν…

Έβαλα αυτό το πολύχρωμο χαρτί στα μάτια μου, ήθελα να κρύψω τα δάκρυα μου που ήταν πολλά, πάρα πολλά, ήταν σαν να μου έκλεψαν την ίδια την ψυχή μου…

 ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ.

Όλες οι χάρες του ντουνιά, στη γειτονιά γυρνούνε,
κι’ ακόμα δεν την βρήκανε, την πόρτα μου να μπούνε.

Περνά η χαρά κι’ έχω ανοιχτά, την πόρτα μα δε μπαίνει,
και πάει αλλού που ΄ναι κλειστά και όμως περιμένει.

......................................................................................

Του χρόνου να 'ταν το προχθές, να τη θωρούσα πάλι,
να ξανανιώσω την καυτή, της τσικουδιάς τη ζάλη.

Να παίξω με τα θέλω της, τα μουρμουρίσματά της,
να ξανανιώσω μιαολιά, τα παιχνιδίσματά της.

Του χρόνου να 'ταν το προχθές, στο σ’ αγαπώ να ξαναζήσω,
πάνω στα χνάρια τα παλιά, ζωή να σε μεθύσω.

Να ΄χα που λέτε δύναμη το σήμερα να σβήσω,
να πάω πίσω τη ζωή τα χούγια της να πνίξω.

Να μη μου λέει είσαι μπλαζέ να ζω μποέμ αιώνια,
να τη’ νε’ πάω στα παλιά στα μπελ εποκ τα χρόνια.

.....................................................................................

Το νάζι της μια πέρδικα, σε σκέψη μ’ έχει βάλει,
να ξεκρεμάσω λέω τον τσιφτέ, να τον γεμίσω πάλι.

Να παίξω με τα θέλω της, τα φτερουγίσματά της,
ν’ ακούσω τα μεθυστικά, τα κακαρίσματά της.

Να την θωρώ να σπαρταρά απ’ του τσιφτέ τα βόλια
τέλος τα στραταρίσματα σε ξένα περιβόλια.

........................................................................................

Ένα ταξίδι είναι η ζωή που σύντομα τελειώνει,
εν’ αγιοκέρι προσευχής που άναψες και λιώνει.

Μια βόλτα είναι η ζωή απ’ το πρωί ως το βράδυ
προτού το φως της μέρας δεις σε φτάνει το σκοτάδι.

Είναι η ζωή περαστική που νοίκιασες μια ώρα,
ποιος να θυμάται όμως και γιατί, που ταξιδεύσεις τώρα.

Είναι ένα όνειρο η ζωή που το πρωί τελειώνει
χιονονιφάδα της αυγής ο ήλιος που τη λιώνει.

……………………………………………………..

Στσ’ ασκορδαλούς τα ξόδεψα τα μπαρουτάσκαγά μου
και δα θωρώ τσι πέρδικες και καίγεται η καρδιά μου.

Τσι μπαλοτιές μου έπαιξα, να κυνηγώ στ’ αλώνια,
κι’ εδά ζηλεύω που θωρώ, μπεκάτσες και τρυγόνια.

Αν κυνηγάς πολλούς λαγούς, κακό κυνήγι κάνεις.
Γλακάς πολύ κουράζεσαι, κανένα δεν προκάνεις.

Θέλει ο λαγός τον κυνηγό, την τέχνη να κατέχει.
Ο σκύλος δε θα βρει ντορό, όταν φυσά και βρέχει.

Θέλει ο λαγός περπάτημα, τον κυνηγό ν’ αντέχει.
Είναι κυνήγι δύσκολο, πείρα πρέπει να έχει.

...............................................................................................

Στης τσικουδιάς τα δρώμενα με έβαλε να παίξω,
να με μεθύσει ήθελε στα δίχτυα της να μπλέξω.

Και είναι ο διάολος φωτιά που το λαιμό σου καίει,
μα αν βάλεις μέλι μιαολιά και μαντινιάδες λέει.

Κι’ εγώ θαρρώ πως τ’ άθελα κι’ είπα να τη φιλήσω
και ήπια μιά και ήπια δυό, τα γκέμια λέω ν’ αφήσω.

Εκομποδέσαν τ’ άγραφα στη ζάλη μου απάνω.
τα θέλει και μονά ζυγά και να ΄ναι κι’ αποπάνω.

Είναι μεγάλος ο μπελάς με χήρα σα θα μπλέξεις,
το χέρισο θέλει δουλειά και ρέγουλα ν’ αντέξεις.

...................................................................................
Δυό ζάλα νά ΄χα δύναμη, πιο πίσω να γυρνούσα,
το παντελόνι το κοντό το τρύπιο να φορούσα.

Το παντελόνι το κοντό μια ώρα ας φορούσα,
τις μπαλοτιές της άνοιξης για λίγο να γρικούσα.

Νά ΄χα θεέ μου δύναμη το χρόνο να γυρνούσα,
τσι κοπελιάς της πρώτης μου τα χείλη να φιλούσα.

Στον άγιο Γιώργη να βρεθώ κι’ υπόσχεση ν’ αφήσω,
να κάνω πέτρα την καρδιά να μη ξαναγαπήσω.

Τώρα κατέω να τσι πω ετσά θέλω να ζήσω
να τη’ ν’ επαίξω μιαολιά να τη’ ν’ εκουλαντρίσω.

..................................................................................

Σαν είν’ ο κυνηγός παλιός και στα τρυγόνια πάει,
τα βραδινά περάσματα ξέρει πως να φυλάει.

Τρυγόνια ανοιξιάτικα τα πρώτα θύματά του,
της πείρας τα μαθήματα τα προτερήματά του,

Έχει το οπισθογεμές, δίκαννο τα καλά του,
μα του τσιφτέ είναι αλλιώς τα ξετελέματά του.

......................................................................................

Μου λες πως θέλεις την καρδιά, που μού ΄δωσες οπίσω,
μα δε γνωρίζω μάτια μου, ποιά ΄ναι να σου γυρίσω.

Γιατί την ανακάτεψα, με τη δική μου τόσο,
δεν ξέρω τώρα ποια απ’ τις δυό, θα πρέπει να σου δώσω.

.......................................................................................

Ήλιος εγώ φεγγάρι εσύ, δύσκολο να βρεθούμε,
σε κάποια όμως έκλειψη, ίσως συναντηθούμε.

Και τότε μες στη σκοτεινιά το σώμα σου θ’ αλώσω,
στ’ ανεβοκατεβάσματα του έρωτα να λιώσω.

..........................................................................................

Ήθελα ν’ άμουνα χοχλιός να παίζω εγώ μαζί σου
να χοχλιδοβολοσυρθώ μάτια μου στο κορμί σου.

Τις εσοχές προεξοχές να τις χαρτογραφήσω
να τις ρουφήξω να τις πιώ τα ίχνη μου ν’ αφήσω.

Χοχλιδοβολοσέρματα δε θέλω μπλιό μαζί σου
γιατί’ είδα αλλουνού χοχλιού σημάδια στο κορμί σου.

...........................................................................................


Δε θέλω εγώ τα μάτια σου να τα θωρώ κλαμένα,
όταν πονάς να μου το λες, να κλαίω εγώ για σένα.

Στην άκρη, άκρη των ματιών, τα δάκρυα σταματούνε,
θέλουν κι’ εκείνα να σε δουν, προτού στη γη χαθούνε.

.............................................................................................

Βρήκες καιρό αρμένιζε, καιρό μην περιμένεις,
γιατί ο καιρός τα πράματα, δεν ξέρεις πως τα φέρνει.

Μη βασιστείς σε φίλο σου και πεις το μυστικό σου,
φίλο σε φίλο θα το πει και θα βγει σε κακό σου.

...........................................................................................


Ξέρω πως ήταν λάθος μου που τώρα το πληρώνω,
όμως το ίδιο θ’ άκανα, κι’ αν γύριζα το χρόνο.
.........................................................................................

Έβγαλε άγκρουστο πολύ κουμπάρε το κηπούλι
και είναι κρίμα που’ μεινε άνυδρο το μαρούλι.

Εξέκαψε χωρίς νερό και δεν το υποφέρω
να το θωρώ να γούζεται κι’ ίντα να πω δεν ξέρω.

Συντέκνισσα κι’ αν χήρεψες εγώ ’μαι δω και ξάσου
έλα να παίξεις επαέ και θα’ βρεις την υγειά σου.

.........................................................................................

Χωρίσαμε και πέρασε, της μοναξιάς ο χρόνος
μάτια μου είναι αβάσταχτος, της λησμονιάς ο πόνος.

Μου έλειψες μάτια μου πολύ, χορτάριασε το χώμα
τα δάκρυα μου έκαναν, την άνοιξη χειμώνα.

Φεγγάρι μου ολόγιομο, γύρνα πίκρες να σβήσεις
και της αγάπης σου το φως, απόψε να σκορπίσεις.

Γύρισε αγάπη μου γλυκιά, οι στεναγμοί με πνίγουν
κι’ οι πόνοι που μου άφησες, να γιατρευτούν να φύγουν.

Χαμόγελο μου όμορφο, πείσματα μη μου κάνεις
γύρισε αγάπη μου το φως, του ήλιου να ζεστάνεις.

..........................................................................................


Αν είδες τη γειτόνισσα να χαμηλοκοιτάζει 
ξέρει σε σένα τι θα βρει γι’ αυτό κι’ αναστενάζει.

Της πείρας τα μαθήματα αποζητά τα βράδια
ξέρει ο παλιός τις τεχνικές τα σκέρτσα και τα χάδια

Έχει ο παλιός τη μαστοριά κι’ εκείνη το γνωρίζει
δεν είναι θέμα βαρβατιάς γι’ αυτό σε ξεχωρίζει.

Ο γέρος ξέρει που θα μπει, ποια πόρτα να ανοίξει
την πέρδικα σαν κυνηγά, ξέρει που να της ρίξει.

Σαν την φερμάρει ο (σκύλος του) και τη νε ξεπετάξει
Έχει την πείρα στο φτερό, να την ξεπουπουλιάσει.

Ξέρει να βρίσκει το (ντορό), ξέρει να δασκαλέψει
Και να την μάθει με σπουδή, που να το νε χαϊδέψει.

Και θα τη δει να σπαρταρά, απ’ τα καμώματα του
Της πείρας τα μαθήματα, τα προτερήματα του.  

……………………………………………………..

Δεν θέλει ξόρκια ο έρωτας μα πράξη της ουσίας
Δεν είναι θέμα επιβολής ούτε κυριαρχίας.  

Δεν θέλει βιάση ο καφές, να γίνει με καϊμάκι
Να το νε πιεις αργά, αργά, με τέμπο και μεράκι.

Έτσι κι’ η έμπειρη γυνή, τα πόδια σαν ανοίξει
θέλει το μάστορα παλιό, να ξέρει που να ρίξει.

………………………………………………….

"Χίλια κομμάτια την καρδιά, την έκαμα για σένα
μα εσύ ποτέ σου μια χαρά, δεν έδωσες σε μένα"

"Χίλια κομμάτια η καρδιά, για σένα να σκορπίσει
κάθε κομμάτι θα γενεί, καρδιά να σ' αγαπήσει"

Μείνε κοντά μου μάτια μου στου ονείρου το χρωστήρα,
Μαζί ν’ αντιπαλέψουμε του χρόνου τη σβηστήρα.

Μου έλειψες μάτια μου πολύ, στις ακεφιές μου μένω,
Πως θα γυρίσεις μια αυγή, χαρά μου περιμένω.

Πρωτοχρονιά στην πόρτα σου χαρά μου ήρθα πάλι,
μα μη με διώξεις μη μου πεις φύγε μας τα’ παν άλλοι.

Να σου χαρίσω μάτια μου τα σου’ χω εγώ γραμμένα,
στα κέφια σου και στις χαρές να τραγουδούν για σένα.

Πως γίνεται να σ’ αγαπώ αφού δεν σε γνωρίζω,
να’ σαι καρδιά μου μακριά κι’ όμως να σε αγγίζω.

Τι χρώμα έχουν τα μάτια σου να ‘ξερα ομορφιά μου,
να βάψω τα τραγούδια μου να’ ναι η συντροφιά μου.