Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!!








ΠΕΣ ΜΟΥ  Σ’ ΑΓΑΠΩ!!!

«ΔΙΗΓΗΜΑ»

(Αληθινές ιστορίες)
      



ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!!




«Πες μου σ’ αγαπώ»

Αναζητώντας το χαμένο σ’ αγαπώ, στα «ανεμόδαρτα στενορύμια» του χρόνου, στα καθρεφτίσματα της σκέψης, στις «οξειδωμένες βεγγέρες» των καιρών.

«Σ’ αγαπώ» … Παιδικά, ερωτικά παιχνίδια,  στη σκιά του θεού έρωτα.
Λευκά πέταλα, από το πρωτοπέταχτο, το άδολο μεταξένιο  λουλούδι. «Σ’ αγαπώ» Και ήταν τόσο αθώο…

«Σ’ αγαπώ» … Χάντρες γκριζοπράσινες τα μαργαριτάρια των ματιών της.  Το ανεξήγητο, «ρίζωσε» εκεί στο ακρογιάλι του άη Γιάννη.
Ακόμα κι’ ο ήλιος ντράπηκε εκείνη τη μοιραία, την πρώτη  μέρα, από τη θεϊκή ομορφιά της και έκρυψε για λίγο το χαμόγελο του, πίσω από ένα λευκό συννεφάκι.
Ερωτική, θύελλα στο πεπρωμένο της δικής μου Μούσας, της δική μου Ερατώ.

«Σ’ αγαπώ» … Γαλαζοπράσινες ανταύγειες , απείρου κάλους. Αυτό το υπέροχο πλάσμα, ήταν η φανταστική, η σμιλευμένη στης ψυχής τα καρνάγια οπτασία, το ακρόπρωρο στο τρεχαντήρι της καρδιάς , το είδωλο μιας άλλης θεότητας. Η Πηνελόπη της δικής μου Ιθάκης.

«Απάγκιο στο μελαχρινό φεγγάρι του Γενάρη».
Τα « βελούδινα» βέλη του έρωτα εκείνης της χειμωνιάτικης νύχτας, διαπέρασαν κανόνες, μα και λογική…
Και πέρασαν τα χρόνια…
Πες μου, πες μου σ’ αγαπώ!!!       

ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!! (1)



             
                        1
       
                        «Πες μου σ’ αγαπώ!»
       
  

        Η ματιά του Γιάννη, έμεινε «καρφωμένη» σ’ εκείνο το άγνωστο αντικείμενο που πλησίαζε το ακρογιάλι, καθώς το μαϊστράλι το οδηγούσε στη χρυσή άμμο, στην παραλία του άη Γιάννη δηλαδή.
       Ένα καταπράσινο γυάλινο μπουκάλι ήταν, με έναν μακρύ και περίεργο λαιμό, σφραγισμένο ίσως με φελλό.
Φαίνεται πως ο παράξενος αυτός «ταξιδιώτης» θα είχε «προσαράξει» και σ’ άλλες ακρογιαλιές, στα χωρίς προορισμό ταξίδια του μέσα στο χρόνο, αν κρίνει κανείς από τα πολλά σημάδια και τις «γρατζουνιές» στο γυάλινο σώμα του.
Μα και ποιος ξέρει από ποιο μέρος είχε «σαλπάρει» μα και ποιο  μυστικό  έκρυβε το περίεργο «φορτίο» του.

-     Καλημέρα σας. Θα μπορούσα, αν δεν σας πειράζει δηλαδή, να περιμένω εδώ κοντά σας; Είμαι πολύ περίεργη να δω το περιεχόμενο του πράσινου μπουκαλιού που κρατάτε στα χέρια σας.

     Ο Γιάννης ξαφνιάστηκε, αυτή η υπέροχη ζωγραφιά  από πού ήρθε,  δεν πρόσεξε πως ήταν δίπλα του και του μιλούσε.
Έχασε για λίγο τα λόγια του, τα μάτια του στα μάτια της χαθήκαν, μέριασε η θάλασσα τ’ απύθμενα φανήκαν, ντράπηκε κι’ ο ήλιος από τη θεϊκή ομορφιά της και έκρυψε για λίγο το χαμόγελο του, πίσω από ένα λευκό συννεφάκι.
Την κοίταζε μην μπορώντας να πιστέψει πως αυτό το υπέροχο πλάσμα, ήταν η φανταστική, η σμιλευμένη στης ψυχής του τα καρνάγια οπτασία, το ακρόπρωρο στο τρεχαντήρι της καρδιάς του, η Εύα του δικού του παράδεισου, η ιέρεια της φαντασίας του, το είδωλο της δικής του θεότητας, το αυτοκόλλητο που αναζητούσε στα περάσματα της φαντασίας του, το πεφταστέρι του δικού του κόσμου.
Και τώρα βρισκόταν εδώ, κοντά του, ολοζώντανη, στην έρημη, λόγο της ώρας παραλία του άη Γιάννη.

-     Καλημέρα σας. Μα και βέβαια μπορείτε, εξ’ άλλου δεν είναι μόνο δικό μου, μόλις έφτασε εδώ στο ακροθαλάσσι, απρόσκλητο.
Ο θησαυρός που σίγουρα βρίσκετε στα «αμπάρια» του, δικαιωματικά ανήκει και στους δυό μας.
-     Και στους δυό μας;
-     Ναι, δεν έχει σημασία το ποιος πρώτος το ακούμπησε. Όμως με την κουβέντα δεν συστηθήκαμε.
Με λένε Γιάννη, υπηρετώ εδώ κοντά σε μια στρατιωτική μονάδα και τις ελεύθερες ώρες μου, ασχολούμαι με το ψάρεμα, πότε με την πετονιά και πότε καταδύομαι βαθιά στο βυθό. Είναι η μεγάλη αγάπη μου.
-     Εμένα Γιάννη με λένε Ερατώ και μένω με τους γονείς μου στην απέναντι ακτή, στο λευκό ξενοδοχείο, διακοπές για λίγες δυστυχώς μέρες και είναι τόσο ωραία.
-     Ερατώ; Όνομα γλυκύτατο, μαγικό, συμπαντικό.
Ερατώ, η μούσα της λυρικής ποίησης, θεϊκή ομορφιά, η γλυκιά προστάτης του έρωτα μα και όνομα κάποιου αστεροειδή αν δεν κάνω λάθος.
-     Ναι δεν κάνετε λάθος, μα στην έννοια του ονόματος μου δεν περιλαμβάνεται η ομορφιά και μάλιστα η θεϊκή.
-     Κόρη του Δία, εξ’ άλλου εγώ αυτό που βλέπω λέω, ή καλύτερα το όραμα που βλέπω, ένα συμπαντικό πλάσμα απίστευτης ομορφιάς.
-     Με κάνετε να ντρέπομαι, πάντως σας ευχαριστώ για τα όμορφα, τα δικά σας ποιητικά λόγια.
-     Αν και στην προφορά σας υπάρχει μια «χρυσοπράσινη ανταύγεια» είστε Ελληνίδα Ερατώ, έτσι δεν είναι;
………….

Η Ερατώ έριξε μια ματιά στο λευκό συννεφάκι που για λίγο έκρυψε το χαμόγελο του ήλιου, μα δεν απάντησε, δευτερόλεπτα σιωπής…

Ο Γιάννης δεν επέμενε αν και η περιέργεια μεγάλωσε, ίσως να μην ήθελε να πει την καταγωγή της σκέφτηκε.

-     Λοιπόν Ερατώ πόσο εύκολο είναι για σας να διασχίζεται τη θάλασσα από την παραλία του ξενοδοχείου μέχρι εδώ, λίγο μακριά δεν είναι;
-     Ναι, είκοσι λεπτά να έρθω εδώ και άλλα τόσα η επιστροφή, είμαι αθλήτρια στην κολύμβηση.
-     Μπράβο Ερατώ, εξ’ άλλου, εύκολα μπορεί κάποιος να καταλάβει πως με κάποιο άθλημα ασχολείστε.
-     Πως δηλαδή;
 -    Μα από το τέλειο, το χωρίς ψεγάδι καλλίγραμμο σώμα σας.
-     Γιάννη με κάνετε και κοκκινίζω.
Δεν θα δούμε το περιεχόμενο του μπουκαλιού;
 
     Είδε κι’ έπαθε να το ανοίξει, πελεκώντας με το μαχαίρι του, το σκληρό απ’ την αλμύρα της θάλασσας «βούλωμα» ώσπου η λάμα του λύγησε χαράζοντας την άκρη της παλάμης του αριστερού του χεριού.

-     Κοπήκατε με το μαχαίρι σας Γιάννη.
-     Δεν πειράζει Ερατώ, εξ’ άλλου μαθημένα είναι από γρατζουνιές
-     Μα αυτή δεν είναι γρατζουνιά, πρέπει να βάλετε λίγο οινόπνευμα κι’ εδώ που να το βρούμε;
-     Έχω ένα μικρό φαρμακείο στο σακίδιο μου, επειδή στις καταδύσεις μου όλο και κάπου θα χτυπήσω, γι’ αυτό σας μίλησα για γρατζουνιές.

     Εκείνη δεν έχασε χρόνο, πήρε από το σακίδιο του Γιάννη τα απαραίτητα, λες και γνώριζε τα «κατατόπια» σκούπισε με οινόπνευμα το ματωμένο του χέρι και έβαλε κάποιο αυτοκόλλητο.

-     Σας ευχαριστώ πολύ, πως και ξέρετε τόσα πολλά;
-     Ιατρική σπουδάζω, ε και αυτά δεν είναι και τόσο δύσκολα.
-     Πάλι σας ευχαριστώ Ερατώ, όμως μπορούμε να αντικαταστήσουμε τον πληθυντικό με τον ενικό; Τι λες ;…
-     Και βέβαια Γιάννη.

     Το περιεχόμενο λοιπόν.  Μια ολόκληρη σελίδα χαρτιού με μόνο τρεις λέξεις, «Πες μου σ’ αγαπώ»…
Τσαλακωμένο, σκισμένο ίσως από κάποιο τετράδιο και που οι γαλάζιες γραμμές του, ίσα ίσα που φαινόταν στην απόχρωση του καφέ, σίγουρα από τις ακτίνες του ήλιου τα χρόνια που πέρασαν, ταξιδεύοντας με φουρτούνες και μπουνάτσες.
Έδωσε με προσοχή το χαρτί στην Ερατώ και ύστερα με όλη του τη δύναμη πέταξε το άδειο μπουκάλι στη θάλασσα, που δεν άργησε να βυθιστεί κι’ έτσι να σταματήσει για πάντα η πορεία του προς το άγνωστο…

«Πες μου σ’ αγαπώ» επανέλαβε και η Ερατώ, που όσο κι’ αν προσπάθησε δεν κατάφερε κάποιο της δάκρυ να κρύψει. Αυτό το άτιμο εύκολα δραπετεύει, καμιά φυλακή δεν είναι ικανή να το κρατήσει.
Το μαργαριτάρι λοιπόν της Ερατώ «βουλωμένο γράμμα» κύλησε αργά, ντροπιάρικα στο μάγουλο της, για να χαθεί αμίλητο στην ζεστή άμμο.

     Ο Γιάννης έκανε πως δεν το είδε, μα σκέφτηκε πως η ευαισθησία της όμορφης αυτής ύπαρξης περίσσευε, το πρόσωπο της έλαμπε στον ήλιο, θα ήταν είκοσι χρόνων περίπου ίσως και λιγότερο, με ολόξανθα μακριά μαλλιά και γκριζοπράσινα μεγάλα μάτια.
Θα είχε ύψος εκεί γύρω στο ένα κι’ εβδομήντα με τέλειες αναλογίες. Ένα πλάσμα δηλαδή απίστευτης ομορφιάς.
Ήταν η  εικόνα που πολλές φορές έπλαθε και ζωγράφιζε στα όνειρα του. Το αυτοκόλλητο του δικού του κόσμου, η Εύα του δικού του παράδεισου. Η ιέρεια της φαντασίας του, το είδωλο της δικής του θεότητας. Η Αφροδίτη των οριζόντων της ζωής του.

     Η ώρα πέρασε, με την Ερατώ να περιεργάζεται τα καταδυτικά σύνεργα του Γιάννη και οι ερωτήσεις της σχετικά με τις καταδύσεις τελειωμό να μην έχουν.
Κι’ ο Γιάννης; Αυτός καμάρωνε το θεόσταλτο πλάσμα που η τύχη έστειλε έτσι αναπάντεχα στο δρόμο του, ή καλύτερα στο ακρογιάλι του άη Γιάννη…

-     Ξεχάστηκα Γιάννη, πρέπει να φύγω, οι δικοί μου θα ανησυχούν,  ίσως να έλθω και αύριο αν θα είσαι εδώ, θέλω να μάθω ποιο πολλά σχετικά με τις καταδύσεις, τι λες;
-     Θα με κάνεις πολύ χαρούμενο και αν βρω μια δεύτερη φιάλη πεπιεσμένου αέρα, θα επιχειρήσουμε και κάποια μικρή στην αρχή κατάδυση. Θα είμαι εδώ να σε περιμένω από την αυγή.

     Εκείνη όμως δεν μίλησε , κοίταξε στα μάτια τον Γιάννη.
Το χαμόγελο της γλυκό, ερωτικό, γεμάτο αινίγματα. Βούτηξε στη θάλασσα και με γρήγορες κινήσεις απομακρύνθηκε.
Ο Γιάννης δεν την άφησε από τα μάτια του, έβαλε τα χέρια του πάνω από τα μάτια του για να κρύψει τις αχτίνες του ήλιου και την κοίταζε μέχρι που χάθηκε…

     Ξημέρωμα, παραμονή μιας μεγάλης γιορτής. Ο Γιάννης φορτωμένος μ’ ένα σωρό σύνεργα έφτασε στο ακρογιάλι του άη Γιάννη.
Απόλυτη ησυχία στην ερημική ακτή λόγω της ώρας. Που να τον πάρει ο ύπνος, τη γλυκιά Ερατώ σκεπτόταν όλη τη νύχτα.
Άφησε όλα τα σύνεργα του δίπλα στο μεγάλο βράχο, όπως έκανε πάντα. Έβαλε λίγο καφέ από το παγούρι του στο συνηθισμένο πλαστικό ποτήρι και άναψε το τσιγάρο του.
Σκέφτηκε να σκαρφαλώσει πάνω στο βράχο για να βλέπει καλύτερα την απέναντι ακτή, να περιμένει να φανεί η όμορφη Ερατώ.
Φτάνοντας λοιπόν στην κορυφή εκείνη φάνηκε να είχε είδη φτάσει.
Έτρεξε κοντά της, την αγκάλιασε και ασυναίσθητα τη φίλησε.
-     Γιάννη;…
-     Συγνώμη Ερατώ μα από τη λαχτάρα μου… να σε ξαναδώ, καταλαβαίνεις…
-     Με περίμενες δηλαδή Γιάννη, γιατί κι’ εγώ φοβόμουν μήπως και δεν σε βρω εδώ. Και πίστεψε με δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα.
Ο Γιάννης της έδωσε να πιεί καφέ από το δικό του ποτήρι δείχνοντας της τα μάτια του.
-     Τι λες Ερατώ φαίνεται να κοιμήθηκα εγώ;

Κοιτάχτηκαν για λίγο και τα χείλη τους ενώθηκαν σ’ ένα ατέλειωτο ερωτικό φιλί.
Πέρασε αρκετή ώρα κουβεντιάζοντας εκεί στη σκιά του μεγάλου βράχου.
Ο Γιάννης, της είπε αυθόρμητα τα πάντα για εκείνον εξ’ άλλου τίποτε δεν είχε να κρύψει, σε αντίθεση με την
Ερατώ  που φαινόταν πως κάποιο μεγάλο μυστικό έκρυβε στον Γιάννη.
Πολλές φορές στη συζήτηση επάνω, χανόταν στις δικές της σκέψεις, συνήθως με βαθύς αναστεναγμούς.

     Η ώρα για το πρώτο μάθημα είχε φτάσει, ο Γιάννης είχε φέρει μαζί του μια δεύτερη φιάλη πεπιεσμένου αέρα την οποία και προσάρμοσε στην πλάτη της Ερατώ μαζί με τα απαραίτητα εξαρτήματα για μια κατάδυση.
Πέρασε κάμποση ώρα με τις απαραίτητες οδηγίες. Ύστερα κρατώντας της το χέρι, προχώρησαν σιγά σιγά μέσα στη θάλασσα, μέχρι που το νερό κάλυψε ολόκληρο το σώμα τους.
Τώρα βρίσκονταν σ’ ένα βάθος γύρω στα πέντε μέτρα, η Ερατώ έδειχνε να το απολαμβάνει μέχρι που κάποια στιγμή ο Γιάννης της έδειξε μια μεγάλη σμέρνα σε κάποια σχισμή ενός βράχου. Εκείνη ως φαίνεται τρόμαξε από την άγρια όψη της και αγκάλισε τον Γιάννη ζητώντας του με νόημα να αναδυθούν πράγμα που έγινε, μα σύμφωνα πάντα με τους κανόνες για μια ασφαλή ανάδυση.

     Το μεσημέρι τους βρήκε αγκαλιασμένους. Οι λαβωματιές από τα βέλη του θεού έρωτα φαίνεται πως ήταν πολύ βαθιές, όλα έδειχναν πως ένας μεγάλος έρωτας γεννιόταν παραμονή της γιορτής της παναγίας εκεί στο ακρογιάλι του άη Γιάννη.
Η ώρα πέρασε χωρίς φαγητό μα δεν τους ένοιαζε τους έφταναν τα φιλιά τους.

     Πέρασαν δέκα ακόμα ημέρες, τα βότσαλα της παραλίας του άη Γιάννη βάφτηκαν με τα χρώματα μιας μεγάλης ερωτικής καταιγίδας, ο βυθός της θάλασσας άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά του στις καθημερινές καταδύσεις τους.
Η Ερατώ έμαθε γρήγορα να καταδύεται όλο και πιο βαθιά, μα κρατώντας πάντα σφιχτά το χέρι του Γιάννη, ώσπου έφτασε τόσο γρήγορα, εκείνο το μοιραίο βράδυ…

-     Γιάννη μου βράδιασε, ήρθε η ώρα να σ’ αφήσω, πρέπει να φύγω, μα πρέπει να μάθεις πως δεν θα με ξαναδείς ποτέ.

     Τα όμορφα μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια της πλημύρισαν δάκρυα, κι’ ο Γιάννης δεν είχε φωνή να τη ρωτήσει, γιατί;
Δεν μπορώ Γιάννη μου να σου πω το λόγο, μα απόψε θα κλάψω για σένα, για μένα, για τον έρωτα μας που δεν πρόλαβε καλά καλά να καταδυθεί ποιο βαθιά, δεν φταίω εγώ όμως Γιάννη μου, πίστεψε με.

-     Ερατώ, γλυκιά μου αγάπη γιατί;
-     Πρέπει Γιάννη μου και σου ζητάω συγνώμη, δεν έπρεπε να σε γνωρίσω. Όμως αν μείνω μαζί σου θα γίνει πόλεμος, ναι Γιάννη μου, πόλεμος, πίστεψε με, σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ και πέρα από τα όνειρά μου, θα σ’ αγαπώ και πέρα απ’ τους ορίζοντες της ζωής…
-     Δεν μπορεί να είναι αλήθεια, της είπε ο Γιάννης, που φαίνεται πως και κάποιο δικό του δάκρυ φάνηκε να δραπετεύει.
-     Γιάννη μου έλα εδώ, εδώ στο μεγάλο βράχο.
Δες αυτή την μεγάλη πεταλίδα, την είδα και πριν από μέρες και θαρρώ πως μου μοιάζει, μη γελάσεις Γιάννη μου, θα καταλάβεις ύστερα από καιρό, πως έχω δίκιο.
Ας  ακουμπήσουμε το δάχτυλο μας στο κέλυφος της, νιώσε πως το όστρακο της, είναι τα χείλη μου.
Αν ποτέ με θυμηθείς, ρώτησε την για μένα κι’ εκείνη θα σου πει, θα την ακούσεις να σου λέει σ’ αγαπώ και το
σ’ αγαπώ δικό μου θα είναι, θα είναι η αύρα της δικής μου ψυχής που πάντα θα σ’ ακολουθεί…

     Νύχτωσε, ο Γιάννης δεν έλεγε να φύγει, δεν μπορεί σκεφτόταν, κάποιον εφιάλτη θωρεί στο όνειρο του, δεν μπορεί να είναι αλήθεια, δεν μπορεί…




ΠΕΣ ΜΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ!!! (2)



              
                      2  
                                                                    
                           «Αναζήτηση»                                



  
     Οι μέρες περνούσαν κι’ ο Γιάννης από το χάραμα μέχρι αργά το βράδυ, κάθε μέρα εκεί στο ακρογιάλι του άη Γιάννη την περιμένει να φανεί. Για ψάρεμα, ούτε λόγος, ψηλά στο βράχο, αγναντεύει την απέναντι ακτή. 
Πάνω στα πακέτα από τα τσιγάρα του, στις χαρτοπετσέτες, για τη δική του, τη χαμένη του Ερατώ γράφει και ξαναγράφει…

Αναζητώ, και σήμερα ομορφιά μου τις ζωγραφιές τις ανεξίτηλες των χειλιών σου, το φως απ’ το χαμόγελο σου.
Αναζητώ κι’ απόψε, μέσα στους αντικατοπτρισμούς της ερήμου μου, τη μορφή σου, τη μελωδία της φωνής σου.
Αναζητώ μέσα απ’ τα μάτια τ’ ουρανού κι’ απόψε, τα χνάρια που ζωγράφισες στο πέρασμά σου, το χώμα που έσκαψαν τα δάκρυά σου, τον καταπράσινο γαλήνιο ωκεανό σου.
Σε περιμένω χαρά μου, σ’ αγαπώ…

     Το ακρογιάλι του άη Γιάννη ερημώνει, τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου έφεραν κρύο και η πολύβουη παραλία ερήμωσε. Ο Γιάννης όμως, με την ελπίδα να πεθαίνει τελευταία όπως λένε, περιμένει, μέχρι που η ψιχάλα έγινε καταιγίδα κι’ έτσι το φθινόπωρο συνάντησε κάποιο μελαγχολικό βράδυ, τον χειμώνα κι’ εκείνος γεμάτος κακία, όρμησε με μανία στα ίχνη που άφησαν ο Γιάννης και η Ερατώ.
Καινούργια άμμο σκέπασε το ακρογιάλι και τα σμιλεύματα του σ’ αγαπώ, ώσπου κι’ εκείνος κουράστηκε…

     Η άνοιξη βρήκε την ευκαιρία να παίξει να ερωτευθεί και κουρασμένη στο τέλος  από το «εμπρός βήμα ταχύ» έβγαλε το πολύχρωμο, ανθοστόλιστό της «μαγνάδι» και το φύλαξε στον ουράνιο θόλο…
Αν όλα πάνε καλά, θα το χρειαστεί και την επόμενη χρονιά.
      
      Το καλοκαίρι στην ώρα του, με το δισάκι φορτωμένο με ήλιο, θάλασσα και έρωτα.
  
     Ώρα για το υποβρύχιο ψάρεμα.
Ο βυθός, η απόλυτη σιωπή, η άλλη μεγάλη αγάπη του Γιάννη τον περιμένει…
Πλησίασε τον μεγάλο βράχο, έσκυψε πάνω από το όστρακο της δικής του πεταλίδας…

-   Καλημέρα θάλασσα μου, γλυκιά μου Ερατώ…
-   Καλημέρα Γιάννη μου …
Κοίταξε από συνήθεια δεξιά κι’ αριστερά του.
Αν τον άκουγε κάποιος, πολύ πιθανό για τρελό να τον πέρναγε. «Τις πεταλίδες χαιρετάει αυτός ο παλαβός;» Ίσως να μουρμούριζε μέσα του και βέβαια δεν θα είχε άδικο…

     Ήταν λοιπόν η δική του πεταλίδα – Ερατώ, αυτή δηλαδή που χαιρέτησε ο Γιάννης, κολλημένη στη ρίζα του μεγάλου βράχου, που τον έδερναν πότε με μανία και πότε τον χάιδευαν τα κύματα της θάλασσας. Η πεταλίδα που τη μορφή της αγαπημένης του Ερατώ έπαιρνε και που του μιλούσε στις συννεφιασμένες ώρες της ζωής. 

      Η καλημέρα του βέβαια, απευθυνόταν στην φανταστική, τη σμιλευμένη στης ψυχής του τα καρνάγια οπτασία.
     Χρυσελεφάντινο Ακρόπρωρο στο τρεχαντήρι της καρδιάς του.
     Η Εύα του δικού του παράδεισου.
     Η «πεταλίδα» του, ο συνδετικός κρίκος μιας πραγματικότητας, με τις «καταδύσεις στους ωκεανούς των ονείρων» με την αύρα της Ερατώς του.

      Εκεί, δίπλα στη σκιά του μεγάλου εκείνου βράχου, άφηνε συνήθως ο Γιάννης τα τσιγάρα του κι’ όλα τα «σύνεργα» τα απαραίτητα για το υποβρύχιο ψάρεμα.

      Την πρώτη φορά που του την έδειξε η Ερατώ, εντυπωσιάστηκε. Έμοιαζε θαρρείς με αυγινό χαμόγελο του ήλιου, με το σ’ αγαπώ των ονείρων του, με το φιλί της πούλιας, με ζωγραφιστό  αίνιγμα.
Τα ασημόχρυσα πλουμίδια της από τη μια, να λαμπιρίζουν στις χρυσές ακτίνες του ήλιου κι’ από την άλλη τα «χείλη» της να μη χορταίνουν τα φιλιά του βράχου, μα και τα χάδια της θάλασσας.
Στο πλατσούρισμα των κυμάτων, άφηνε νωχελικά την αλμύρα τους, να περάσει κάτω απ’ τα χείλη της κι’ ύστερα να κλείσει τα περάσματα για κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη.         
Προσπάθησε να μετρήσει τις γραμμές στο φιλντισένιο όστρακο της, με τους γαλάζιους ιριδισμούς.
Λένε πως κάθε γραμμή, αντιστοιχεί και σε ένα χρόνο από τη ζωή της.
Δέκα εννέα, ή κάπου εκεί γύρω .

     Σε περνάω δυο χρόνια στην ηλικία μικρή μου, της ψιθύρισε καθώς την ακουμπούσε με το δάχτυλο του.
Κι’ εκείνη, που ν’ ακούσει τα γλυκόλογα του, με πείσμα δεν έλεγε να αφήσει τη σιγουριά του βράχου της.

      Εκείνος όμως στη θωριά της, έπλασε τη δική του Ερατώ και την ερωτεύτηκε. 
Στης φαντασίας του το άπειρο, τη ζωγράφισε στη στιγμή.
Το σώμα της σμίλεψε και πλούμισε με χρώμα απ’ τα όνειρά του.
Χρυσάφι σκόρπισε στα μακριά μαλλιά της κ’ έβαλε τα ουράνια τόξα στα μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια της.
Στα χείλη της τον έρωτα στην απόχρωση του σάπιου μήλου.
Το όνομα της; Ερατώ φυσικά…

      Κάθε φορά λοιπόν που ετοιμαζόταν για το ψάρεμα, δεν έχανε την ευκαιρία κι’ ένα σωρό γλυκόλογα της έλεγε.

Απόψε ομορφιά μου, ήρθες πάλι στα όνειρα μου
και ήσουν το αστέρι της αυγής.
Ήταν φωτιά η αγκαλιά σου και στην ψυχή μου άφησαν σημάδια τα φιλιά σου.
Ήταν τα μάτια σου τα δυό, μια φλόγα αναμένει
κι’ η γρήγορη ανάσα σου, θάλασσα αγριεμένη.

Στα κύματα της ήσουνα, φεγγάρι μαγεμένο
και το φιδίσιο σου κορμί, ποτάμι μεθυσμένο.
Απόψε ήσουν άνεμος, χαλάζι, πλημμυρίδα,
ηφαίστειο να εκραγείς, φουρτούνα, καταιγίδα.

Και τώρα στης φαντασίας μου τον κόσμο σε θωρώ
να  μ’ αγκαλιάζεις, τον κόσμο μου τον άδειο καταυγάζεις.
Είσαι παιχνίδι, όνειρο γλυκό, εωθινό,
συναίσθημα παράξενο, αστέρι φωτεινό.

Και τι δε θα’ κανα, το χρώμα των ματιών σου να χαϊδέψω,
τη σκέψη σου να διάβαζα να κλέψω.

Να πιω το δάκρυ του κορμιού σου να μεθύσω,
τα βερεσέδια τις σπατάλες μου να σβήσω.

Να το μπορούσα, αυτό που μας χωρίζει να σκοτώσω,
στον κόσμο σου να μπω και να σου πω, πως σ’ αγαπώ.
Κι’ όσα χαμόγελα μου χάρισε η ζωή να σου τα δώσω.

Μέχρι που κάποιο απομεσήμερο λες και τη φωνή της γλυκιάς του Ερατώ άκουσε μέσα από το κέλυφος της όμορφης πεταλίδας...

-    Γιάννη μου, θυμάσαι τι σου είχα πει τότε;  Δε σε ξεχνώ, είμαι εδώ για σένα και σ’ αγαπώ…

-    Ερατώ, μούσα γλυκιά μου…
Θέλω να μη χαθείς ποτέ απ’ τη ζωή μου,
να διυλίζεις το νερό και το κρασί μου,
να συνταιριάζεις τ’ ανεκλάλητα τα σκόρπια μου τα θέλω,
να μ’ αγαπάς ακόμα κι’ όταν το εγώ μου υποστέλλω.
Να είσαι μάτια μου ανταύγεια, ηλιαχτίδα,
της προσευχής μου η εικόνα η ελπίδα.

     Το πολικό να είσαι τ’ άστρο της ζωής μου
κι’ αν χρειαστεί ηχοπαγίδα να γενείς της έκρηξής μου,
να είσαι ο ήλιος στου χειμώνα μου τα βράδια,
πυγολαμπίδα στης ψυχής μου τα σκοτάδια.
Να είσαι η έμπνευση, ο στίχος μου, οι ρίμες,
βαλεριάνα στους βοριάδες, στο λιοπύρι, στις ωδίνες.

-    Μπορείς Γιάννη μου, να μ’ αγαπάς και πέρα απ’ τους ορίζοντες των ματιών μου;
-    θα σ’ αγαπώ γλυκιά μου Ερατώ…
Αγαπώ το λευκό χρώμα της ψυχής σου, θα σ’ αγαπώ γιατί είσαι και ήσουν πάντα στα όνειρά μου, θα σ’ αγαπώ και πέρα απ’ το  σταυροδρόμι της ζωής.


-   Τότε σου υπόσχομαι πως θα είμαι πάντα κοντά σου, η σκιά σου, στις χαρές, στις ακεφιές σου, στον πόνο στον έρωτα, στο ραντεβού της ζωής και πέρα απ’ τους ορίζοντες της…

Θα είμαι η σταγόνα της βροχής, ο ήλιος και το φεγγάρι, ο αέρας, το λευκό σύννεφο, τα ουράνια τόξα της σκέψης σου. θα σου λέω πάντα σ’ αγαπώ, γιατί στ’ αλήθεια
σ’ αγαπώ…

     Με το χρυσάφι των μαλλιών μου θα σε χαϊδεύω,
κι’ απ’ τα σμαράγδια των ματιών μου θα σε θωρώ,
η Ερατώ σου είμαι που τα θέλω σου θ’ αναδεύω,
στης φαντασίας σου τον κόσμο θα «οδοιπορώ».
     Θα ακροβατώ στον ιστό της σκέψης σου, θα
καταδύομαι στον άναρχο κόσμο των οραμάτων σου.
Σ’ αγαπώ θα ψιθυρίζω στους ανέμους, στις θύελλες, στις καταιγίδες, κάθε φορά που τα παιχνιδίσματα τους θα με φέρνουν κοντά σου.

      Κ’ έτσι λοιπόν η γλυκιά του Ερατώ ταξιδεύει μέσα στης φαντασίας του το άπειρο, στα δάκρυα του, στο χαμόγελο του, στον πόνο, στη χαρά του, στην πίκρα, στα όνειρα του.

      Και την ζητά κάθε φορά που ο ουρανός του συννεφιάζει.


      Γλυκιά μου Ερατώ, που είσαι;

      Κι’ αυτή, το κάλεσμα του ακούει, γίνεται σταγόνα της βροχής, αστροπελέκι, τυφώνας, ήλιος, φεγγάρι, αύρα θαλασσινή, για να φτάσει στη στιγμή κοντά του.
Τα ξανθά της μαλλιά να χαϊδέψει, τα γκριζοπράσινα της μάτια να διαβάσει, από τα χείλη της ν’ ακούσει σ’ αγαπώ…

      Το ταξίδι της ζωής, στις ράγες του χρόνου κυλάει.
Το αντίγραφο της Ερατώ του ψάχνει, μα αυτή δεν αντιγράφεται είναι μοναδική, είναι αυτός…

      Στο θερινό το σινεμά, δίπλα στο αγιόκλημα τον είχε βρει μια αυγουστιάτικη βραδιά και ήταν μόνος, πάλι για εκείνη έγραφε, πάνω στο πακέτο απ’ τα τσιγάρα του.

      Που να’ ναι τώρα;

      Και εκείνη θέλησε να του θυμίσει, πως είναι πάντα κοντά του.
      Κι’ έγινε σταγόνα της βροχής…
Το πρόσωπο του χάιδεψε, ξαφνιάστηκε, κοίταξε τον ουρανό με απορία.
Θα βρέξει είπε μέσα του, μα πως, βροχή από ένα λευκό συννεφάκι;

      Τότε κατάλαβε, το δροσερό το χάδι, δικό της ήταν, το μαντήλι που το σκούπισε κοίταξε κι’ ύστερα το φίλησε.
Το δάκρυ του την συγκίνησε, μα τι θα μπορούσε να κάνει;
Μια πεταλίδα του βράχου μονάχα ήταν, που για χάρη του σταγόνα της βροχής έγινε, για να του θυμίσει πως δεν είναι μόνος...


      Κυριακή βράδυ, στο ραντεβού δεν πήγε…

Γιατί;

      Δεν φαινόταν πως θα βρέξει κι’ όμως…
Τρίτη θέση στο τρένο, μόνος στο ταξίδι του χρόνου, πάλι για τη γλυκιά του Ερατώ στίχους έγραφε κι’ εκείνη σταγόνα της βροχής, να κρατηθεί στο τζάμι προσπαθούσε.
Λίγο πριν χαθεί την είδε και της χαμογέλασε, σ’ αγαπώ της είπε κι’ εκείνη χάρηκε κι’ εγώ σ’ αγαπώ του είπε κι’ έγινε ήλιος, ανέσπερο φως.

      Βραδάκι στη μοναξιά του.

      Κουράστηκε να ρίχνει πέτρες στη θάλασσα, τ’ αναπηδήματα τους μετρούσε, μέχρι που τ’ αστροπελέκια κάποια στιγμή, έφεραν σταγόνες βροχής.
Εκείνη θυμήθηκε, τη δική του Ερατώ.
Και τότε, την νοτισμένη άμμο βάλθηκε να πλάθει.
Ένα κάστρο για την πριγκίπισσα του…

      Θα είχε πιεί δυο ποτηράκια παραπάνω.
Απόκριες ήταν, φαινόταν χαρούμενος, γλεντούσε τη «μασκαρεμένη» βραδιά.
      Κι’ όμως τ’ αστέρια θωρούσε, ή μήπως τα γκρίζα σύννεφα που ετοιμάζονταν τα «δάκρυα» τους ν’ αφήσουν;
Βράχηκε μα δεν τον ένοιαζε, είχε εκείνη δίπλα του, τη δική του Ερατώ και την καμάρωνε, όμορφη βραδιά…

      Το κυνήγι της πέρδικας τον γοήτευε και είχε επιτυχίες,
μα εκείνη τη μέρα λάθος ατραπό διάλεξε και βρήκε αδιέξοδο.
Στα «μαυροπούλια»  έριξε τις μπαλοτιές του.

      Και πέρασαν τα χρόνια.
Με άδειο «τσιφτέ» και μ’ ένα παράπονο  την Ερατώ του θωρεί…
Το χαμόγελο της, η παρηγοριά του.

      Κουράστηκε από τις κακοτοπιές κι’ είπε να ξαποστάσει.

      Δίπλα στης μοναξιάς του τ’ ακρογιάλι, την άμμο σκαλίζει και είναι από αγάπη μόνος.

      Το φθινόπωρο πλησιάζει και το δάκρυ του κατηφορίζει αργά για να χαθεί «αμίλητο» στο χώμα.
Τη γλυκιά του Ερατώ προσπαθεί, στον ουράνιο θόλο να δει, να της μιλήσει…

-   θέλω κάτι ακόμα να σου πω γλυκιά μου, της λέει…
-   Πες μου Γιάννη μου, είμαι εδώ κοντά σου…

-    Μ’ ένα απ’ τα πέπλα σου χαρά μου μαγικό,
σαν χάδι στο μεθύσι μου απόψε σκέπασε με
κι’ απ’ τη δροσιά σου κέρνα με, ποτό νοσταλγικό,
μείνε γλυκό μου όνειρο και αποκοίμισε με…