Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009
Χανδράς.
24 χιλιόμετρα από τη Σητεία της Κρήτης στο κέντρο του όμορφου οροπεδίου με τους εκατοντάδες ανεμόμυλους.Το σβουροχώρι όπως το ονόμασε κάποιος περαστικός λόγω των δυνατών ανέμων που πνέουν σχεδόν καθημερινά.
Χατρά μου με το κλίμα σου, τσι νόστιμες πατάτες
τσι κοπελιές σου τσ’ όμορφες τσι γαϊτανοφρυδάτες.
Αναμνήσεις.
Χατρά μου με το κλίμα σου, τσι νόστιμες πατάτες
τσι κοπελιές σου τσ’ όμορφες τσι γαϊτανοφρυδάτες.
Αναμνήσεις.
Το παντελόνι το κοντό μου να’ χα πάλι
έστω μια νύχτα στου μυαλού την παραζάλη
του χρόνου τα σκισίματα να κλείσω
με της καρδιάς μου τα φιλιά να το γεμίσω.
Να ξαναγράψω στο λυχνόφεγγο τραγούδια
της φτωχικής της νιότης διηγήματα
στο σύθαμπο να κυνηγώ πουλιά ξεπεταρούδια
από την έρημο του νου να σύρω ιστορήματα.
Το παντελόνι το κοντό μου να’ χα πάλι
να δω τον ήλιο της καρδιάς μου να προβάλλει
να το φορέσω μια στιγμή μονάχα ένα βράδυ
της κοπελιάς της πρώτης μου να βρω το χάδι.
Το μαντηλάκι της δώρο ψυχής να κυματίζει
στ’ αλίμενα του χρόνου όνειρά μου
ακρόπρωρο στων αναμνήσεων το μπρίκι ν’ αρμενίζει.
Μια βόλτα στις αλάνες στα σοκάκια τα παλιά
με τη σφεντόνα μου στη τσέπη του την τρύπια
παράξενη ζωή να σ’ είχα πάλι αγκαλιά.
( Σχολείο. παρέες, τα πρώτα της ζωής καρδιοχτύπια, φάρσες,
ανεμελιά, και η σφεντόνα μου.)
(ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΟΔΟΙΠΟΡΕΙ)
http://kuiperx000.blogspot.com/
Νόστος.
Με το δισάκι φορτωμένο αναμνήσεις
ηλιόγερμα κι’ οδοιπορώ
νόστος στο τέλος της στροφής
με συγκινήσεις.
Στις αλάνες του χωριού μου και στ’ αλώνια
έστω για λίγο να βρεθώ
να κοιμηθώ να ονειρευτώ
το ξεχασμένο σ’ αγαπώ στα χρόνια.
Μα στη πλατεία βρήκα τη μικρή
χαλάσματα χειμώνες
και στης καρδιάς τα σύδεντρα
χιμήξανε τυφώνες.
Οι ακακίες γέρικες δόξες παλιές
φυλλορροούν και γέρνουν
τα κρινομέταξα φιλιά
κι’ αυτά μαζί τους φεύγουν.
Καρδιές χαρακιές, λόγια αγάπης
στους κορμούς τους γραμμένα
με τη σφραγίδα των αγγέλων
μυστικά κλειδωμένα.
Αποκαθηλωμένα αισθήματα
το στήθος μου σπαράζουν
στάλα τη στάλα της ψυχής
τα δάκρυα αδειάζουν.
Ξεθωριασμένες άραχλες
οι παιδικές εικόνες
αλάνες αηδονοφωλιές
άτρωτοι παγετώνες.
Ανθοφορούσα άνοιξη
της νιότης μου μικρή πλατεία
στερνό για πάντα ανάβλεμμα
γλυκιά μου αρχόντισσα κυρία.
ηλιόγερμα κι’ οδοιπορώ
νόστος στο τέλος της στροφής
με συγκινήσεις.
Στις αλάνες του χωριού μου και στ’ αλώνια
έστω για λίγο να βρεθώ
να κοιμηθώ να ονειρευτώ
το ξεχασμένο σ’ αγαπώ στα χρόνια.
Μα στη πλατεία βρήκα τη μικρή
χαλάσματα χειμώνες
και στης καρδιάς τα σύδεντρα
χιμήξανε τυφώνες.
Οι ακακίες γέρικες δόξες παλιές
φυλλορροούν και γέρνουν
τα κρινομέταξα φιλιά
κι’ αυτά μαζί τους φεύγουν.
Καρδιές χαρακιές, λόγια αγάπης
στους κορμούς τους γραμμένα
με τη σφραγίδα των αγγέλων
μυστικά κλειδωμένα.
Αποκαθηλωμένα αισθήματα
το στήθος μου σπαράζουν
στάλα τη στάλα της ψυχής
τα δάκρυα αδειάζουν.
Ξεθωριασμένες άραχλες
οι παιδικές εικόνες
αλάνες αηδονοφωλιές
άτρωτοι παγετώνες.
Ανθοφορούσα άνοιξη
της νιότης μου μικρή πλατεία
στερνό για πάντα ανάβλεμμα
γλυκιά μου αρχόντισσα κυρία.
Το χάδι σου και στη ρίγανη.

Το χάδι σου και στη ρίγανη.
Αυτή η ρίγανη μου είχες πει μια φορά φυτρώνει κάθε χρόνο.Εδώ μέσα στη πέτρα κι’ εγώ την προσέχω σαν τα μάτια μου, θέλω να τη βλέπω πάντα έτσι ανθισμένη.Μόλις τη χαϊδέψω ο αέρας γεμίζει από το άρωμα της.
Αυτή η ρίγανη μου είχες πει μια φορά φυτρώνει κάθε χρόνο.Εδώ μέσα στη πέτρα κι’ εγώ την προσέχω σαν τα μάτια μου, θέλω να τη βλέπω πάντα έτσι ανθισμένη.Μόλις τη χαϊδέψω ο αέρας γεμίζει από το άρωμα της.
Το ξέρω πως τη βλέπεις από ψηλά ή μάλλον την έβλεπες.
Και τις πέτρες τις αλλάζει ο καιρός, έτσι δεν έλεγες;
Χωρίς θέμα.
Το πηγάδι και ο ανεμόμυλος.


Σ’ αυτούς που κουράστηκαν και πόνεσαν για να του δώσουν (φτερά...)
Το πηγάδι και ο ανεμόμυλος.
Απόσπασμα από το βιβλίο μου
``ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΟΔΟΙΠΟΡΕΙ``
Το χωριό μου στο κέντρο του μικρού οροπεδίου, πανέμορφο, με τους εκατοντάδες ανεμόμυλους να γυρίζουν ασταμάτητα, για να αντλήσουν νερό από τα πηγάδια και να γεμίσουν τις δεξαμενές, για να ποτιστούν στη συνέχεια τα κηπευτικά.Τα χρόνια εκείνα που να βρεθούν χρήματα, ο κήπος λοιπόν ήταν απαραίτητος για τις φτωχές οικογένειες του χωριού. Εκεί φύτευαν τις πατάτες, τα φασολάκια, τις ντομάτες κι’ ένα σωρό άλλα κηπευτικά, γι’ αυτό και η κάθε οικογένεια είχε τον δικό της κήπο με τον ανεμόμυλο και το πηγάδι.Οι ανεμόμυλοι κατασκευάζονταν από τον Μανώλη, μοναδικό τεχνίτη στο χωριό για την κατασκευή τους. Τέσσερις σιδερένιες γωνίες στις άκρες αποτελούσαν τον σκελετό του με χιαστή λάμες περτσινωμένες με χειροποίητα περτσίνια, έδεναν το σύνολο του σκελετού που είχε γύρω στα τέσσερα μέτρα ύψος. Η βάσει είχε άνοιγμα περίπου δυο μέτρα και η κορυφή κατέληγε κάπου στο μισό μέτρο. Στην κορυφή του σκελετού τοποθετούσε ένα στεφάνι φτιαγμένο από χοντρή γωνία και πάνω του τον κορμό του ανεμόμυλου. Ένα τριγωνικό φτερό από λαμαρίνα στο πίσω μέρος, έκανε τον ανεμόμυλο να περιστρέφεται προς την κατεύθυνση του ανέμου και έτσι να γυρίζει η φτερωτή. Τα πανιά ήταν δεμένα στη φτερωτή πάνω σε έξι ή οκτώ σιδερένιες γωνίες που είχαν μήκος η κάθε μια περίπου ένα μέτρο. Τα πανιά λοιπόν σε σχήμα τριγώνου τυλιγμένα γύρω από τον ιστό τους, ο ανεμόμυλος δεν γύριζε, όσο όμως αυτά άνοιγαν κινούσαν τη φτερωτή και έτσι ρυθμιζόταν η ταχύτητα περιστροφής ανάλογα και με την ένταση του ανέμου. Μια σιδερένια βέργα ένωνε τον κεντρικό άξονα του μύλου με την αντλία που κι’ αυτή χειροποίητη ήταν από κάλυκες των γερμανικών πυροβόλων, λάφυρα του πολέμου διάσπαρτα εδώ κι’ εκεί.Το νερό που αντλούσε ο ανεμόμυλος, με κατάλληλο υπερυψωμένο αυλάκι, πήγαινε στη δεξαμενή η οποία ήταν κατασκευασμένη στο ψηλότερο σημείο του κήπου κι’ αφού γεμίσει να ποτιστούν τα φυτά αργά το βράδυ.Το καλοκαίρι θυμάμαι εγώ και δύο τρεις φίλοι κάναμε μπάνιο στις δεξαμενές που το νερό ήταν ζεστό, όχι βέβαια πως μπορούσε να κολυμπήσει κάποιος, απλώς τσαλαβουτούσαμε παίζοντας με το νερό. Είχαμε όμως και τον φόβο του αγροφύλακα του χωριού, που μας κυνηγούσε από τις ξένες δεξαμενές. Πού να μας πιάσει όμως στα μονοπάτια των κήπων. Γεμάτοι λοιπόν λάσπες και με τα ρούχα στο χέρι, κάποια άλλη δεξαμενή θα βρισκόταν να μας ξεπλύνει.Το πηγάδι όμως ήταν ο μεγάλος κόπος. Για να σκάψουν το σκληρό χώμα και να φτάσουν στα πέντε με δέκα μέτρα βάθος δυο άντρες, περνούσε ένας περίπου μήνας σκληρής δουλειάς. Όσο βάθαινε τόσο και πιο δύσκολο γινόταν. Τότε τοποθετούσαν κάποια χειροκίνητη τροχαλία στο στόμιο του πηγαδιού κι’ έτσι τα γεμάτα με χώμα δοχεία, να ανεβαίνουν πιο εύκολα. Στα τοιχώματα δε του πηγαδιού έσκαβαν μικρές τρύπες για να πατούν και κρατώντας το σκοινί να κατεβαίνουν στον πυθμένα.Τη χρονιά εκείνη λοιπόν άρχισε και ο πατέρας μου να σκάβει το πρώτο πηγάδι του κήπου μας.Το ανεβοκατέβασμα στο πηγάδι δεν ήταν και εύκολο πράγμα, το διαπίστωσα την πρώτη φορά, που με τη βοήθεια του πατέρα μου, κατεβεί όταν ακόμα ήταν δύο με τρία μέτρα βαθιά. Αργότερα και κάθε φορά που πήγαιναν για φαγητό οι γονείς μου και ο εργάτης ο κυρ Γιώργης, κατέβαινα κρυφά ώσπου έγινε παιχνιδάκι για μένα, όσο βαθειά κι’ αν ήταν. Καθόμουν στον πυθμένα του πηγαδιού, κοιτάζοντας το στόμιο του που έμοιαζε να είναι μια τρύπα στον ουρανό, καμαρώνοντας συγχρόνως γιατί μπορούσα να κάνω ότι και ο κυρ Γιώργης. Κάποια φορά με είδε η μητέρα μου και κατατρόμαξε, τώρα μου είπε θα το πω στον πατέρα σου να σε δείρει, μα όταν εκείνος το έμαθε χαμογέλασε χωρίς να πει κάτι παραπάνω στη μητέρα μου.Το πηγάδι θυμάμαι είχε φτάσει στο προβλεπόμενο βάθος μα νερό πουθενά, ούτε ίχνος από υγρασία, έκαναν και τρύπες στον πυθμένα με μεγάλα σίδερα, λοστούς, καμιά όμως ένδειξη. Απογοητευμένος ο πατέρας μου αποφάσισε να σταματήσει. Η μητέρα μου του έλεγε, πως είναι δυνατόν το πηγάδι του γείτονα, που βρισκόταν πολύ κοντά στο νότιο άκρο του δικού μας κήπου να είναι πάντα γεμάτο νερό! Θα περνάει κάποιο υπόγειο ρεύμα νερού από εκεί της είπε. Τότε άνοιξε καινούργιο πηγάδι κοντά σ’ αυτό τον παρότρυνε η μητέρα μου. Αυτός όμως φοβόταν μήπως και χάσει το νερό, το πηγάδι του γείτονα και δε θα ήταν σωστό. Ο κυρ Γιώργης ο εργάτης που είχε ο πατέρας μου του έλεγε πως είχε δίκιο η μητέρα μου, τον παρότρυνε δε να αποφασίσει να αρχίσουν το άνοιγμα στο καινούργιο σημείο κοντά σ’ εκείνο του γείτονα. Το αποφάσισε λοιπόν κι’ έτσι μετά από λίγες ημέρες άρχισε η σκληρή δουλειά.Πέρασε ο καιρός και το καινούργιο πηγάδι, έφτασε στο βάθος που συνήθως έβρισκαν το νερό, αλλά δυστυχώς και τώρα ούτε σταγόνα, μόνο λίγη υγρασία και τίποτε παραπάνω. Θυμάμαι πως το χώμα στο βάθος εκείνο είχε χρώμα γαλάζιο, γεμάτο απολιθωμένα κογχύλια. Φαίνεται πως το μέρος εκείνο πριν από εκατομμύρια χρόνια θα ήταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το χώμα αυτό μάλιστα το χρησιμοποιούσαν σαν μονωτικό για τις στέγες των σπιτιών, γιατί με τις πρώτες σταγόνες της βροχής γινόταν σαν κόλλα.Ο πατέρας μου σκεφτόταν να σταματήσει γιατί όπως έλεγε, ίσως να μην έπεσαν πάνω σε κάποιο υπόγειο ρεύμα νερού αφού είχαν είδη ξεπεράσει σε βάθος του πηγαδιού του γείτονα και η στεναχώρια του ήταν πολύ μεγάλη.Το μεσημέρι στο φαγητό έλεγαν πως αν έσκαβαν πιο βαθειά θα έπρεπε να ενισχύσουν τα τοιχώματα του πηγαδιού με τσιμεντένια στεφάνια, που όμως είχαν μεγάλο κόστος κι’ ο πατέρας μου που να βρει τα χρήματα, είχε δε και μεγάλο ρίσκο, γιατί δεν ήταν σίγουρο πως θα έπεφταν σε κάποιο ρεύμα νερού.Εγώ λυπόμουνα που έβλεπα τους γονείς μου τόσο πολύ λυπημένους γιατί εκτός από την προσωπική δουλειά, έπρεπε να πληρώσουν και τον κυρ Γιώργη τον εργάτη.Εκείνη τη μέρα θυμάμαι έκανε πολύ ζέστη, ας πάω στο πηγάδι είπα, ίσως δεν θα έχω άλλη ευκαιρία να κατέβω αφού θα ρίξουν τα χώματα πάλι μέσα για να το σκεπάσουν, όπως έκαναν και με το πρώτο, μα και να δροσιστώ λίγο αφού εκεί κάτω ήταν φθινόπωρο. Κοίταξα λοιπόν από το στόμιο και ο πυθμένας φαινόταν καθαρός, ο ήλιος πάνω ακριβώς από το πηγάδι έριχνε τις αχτίνες του που έκανε τα απολιθωμένα κογχύλια να λαμπιρίζουν σαν διαμάντια. Έπιασα τότε το σκοινί και πατώντας στις τρύπες έφτασα κάτω, αναποδογύρισα κάποιο δοχείο και κάθισα. Άρχισα λοιπόν να περιεργάζομαι τα κογχύλια που αν και εκατομμυρίων χρόνων ήταν τα ίδια με τα σημερινά. Κάποια στιγμή μέσα στην απόλυτη ησυχία του πηγαδιού, μου φάνηκε σαν να άκουσα κάποιο ήχο λες και έβγαινε από τα σπλάχνα της γης, ακουγόταν σαν θόρυβος βροχής που πέφτει πάνω σε ξερά φύλλα. Στην αρχή φοβήθηκα και έπιασα το σκοινί για να ανέβω, μα ήμουν και περίεργος, από που άραγε να ερχόταν αυτός ο θόρυβος, από τον πυθμένα σίγουρα δεν ήταν από που όμως; Έβαζα λοιπόν το αυτί μου στα τοιχώματα του πηγαδιού, μέχρι που εντόπισα το σημείο από το οποίο ερχόταν αυτός ο παράξενος θόρυβος. Ήταν ένα μέτρο περίπου πάνω από τον πυθμένα του πηγαδιού. Χωρίς λοιπόν να αναπνέω αυτή τη φορά, έβαλα πάλι το αυτί μου στο τοίχωμα, ο ήχος ήταν τώρα πιο καθαρός έμοιαζε σαν νερό που κυλάει νωχελικά σε κάποιο μικρό ποταμάκι. Λες να είναι το υπόγειο ρεύμα νερού που έλεγε ο πατέρας μου, είπα και χωρίς να υπολογίσω τον κίνδυνο που όπως αποδείχτηκε διέτρεξα πήρα ένα σίδερο (λοστό) που βρισκόταν εκεί κάτω και παρά το βάρος του άρχισα να χτυπάω με δύναμη το σημείο εκείνο του τοιχώματος για να κάνω κάποιο άνοιγμα. Θα είχα κάνει μια τρύπα γύρω στο μισό μέτρο όταν άρχισε να βγαίνει νερό όσο μια βρύση που είναι λίγο ανοιχτή. Τα τοιχώματα όμως της τρύπας που είχα κάνει μεγάλωναν σιγά σιγά με την πίεση του νερού που άρχισε να εκτοξεύεται στην απέναντι πλευρά του πηγαδιού. Ίσα ίσα που πρόλαβα να πιάσω το σκοινί γιατί το σημείο εκείνο άνοιξε διάπλατα κι’ ένα ποτάμι παγωμένου νερού με έλουσε. Έτρεμα από το φόβο μου γιατί όσο ανέβαινα με το σκοινί με έφτανε και το νερό λες και με κυνηγούσε. Με την ψυχή στο στόμα βγήκα έξω και χωρίς να κοιτάξω πίσω μου έτρεξα για το σπίτι φωνάζοντας, έβγαλα νερό έβγαλα νερό στο πηγάδι. Με είδαν λοιπόν οι γονείς μου βρεγμένο και γεμάτο λάσπες και κατατρόμαξαν. Άφησαν θυμάμαι το σπίτι ανοιχτό και άρχισαν να τρέχουν για τον κήπο. Έκπληκτοι κοίταζαν το πηγάδι με το νερό να βρίσκετε τώρα στη μέση περίπου του πηγαδιού και να μην πιστεύουν στα μάτια τους. Η μητέρα μου δακρυσμένη έκανε το σταυρό της για το μεγάλο θαύμα που όπως έλεγε έγινε.Τα χρόνια πέρασαν μα το μεγάλο μου παράπονο ήταν πως ποτέ δεν με πίστεψαν. Πως ήταν δυνατόν έλεγαν να άκουσε το νερό, τα τοιχώματα του πηγαδιού έσπασαν από την πίεση του νερού έλεγε ο κυρ Γιώργης και επειδή το Γιαννιό είχε κατεβεί στο πηγάδι είπε ψέματα για να μην το μαλώσουν.Εγώ όμως μέσα μου ένιωθα ήρωας, τον κουρασμένο πατέρα μου εγώ τον απάλλαξα από το σκάψιμο και άλλου πηγαδιού κι’ ας μη με πίστευαν.
Η Γιαγιά μου.

Η Γιαγιά μου
Θυμάμαι ύστερα από χρόνια, μακριά από το χωριό μου, πληροφορήθηκα πως δεν υπήρχε πια στη ζωή. Έκλαψα, έκλαψα πολύ, τα χέρια μου γέμισαν δάκρυα, το πιο αγαπητό μου πρόσωπο δεν υπήρχε πια.
Κάπου διάβασα πως ο θεός επειδή δεν μπορεί να είναι παντού έκανε τις γιαγιάδες.Σε μένα βέβαια χάρισε την πιο γλυκιά, την υπέροχη γιαγιά μου.
Μα ότι κι’ αν της έκανα εκείνη μ’ αγαπούσε
τις ζαβολιές μου τις πολλές πάντα τις συγχωρούσε.
Ήταν γλυκιά παρηγοριά πρόσωπο αγαπημένο
για μένα είχε πάντοτε το τζάκι αναμμένο.
Κοντά της έβρισκα χαρά αγάπη καλοσύνη
που απ’ τους γονείς μου φαίνεται περνούσε με βιασύνη.
Μια αγκαλιά κι’ ένα φιλί γονατιστή για προσευχή
στ’ αυτιά μου ακόμα αντηχεί το παραμύθι κι’ η ευχή...
Ο Παππούς μου.

Ο Παππούς μου.
Ο Παππούς μου ο Παπαγιάννης.
Η μοναδική μου αδελφή.
Πέρα απ’ το σταυροδρόμι τ’ ουρανού.
Ο νόμος της ζωής χωρίς
φωτοσκιάσεις.
Ο Παππούς μου ο Παπαγιάννης.
Η μοναδική μου αδελφή.
Πέρα απ’ το σταυροδρόμι τ’ ουρανού.
Ο νόμος της ζωής χωρίς
φωτοσκιάσεις.























